Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βδελυκτός" on this wiki. See also the other search results found.

  • herejía πᾶν σχῖσμα βδελυκτόν ἦν ἡμῖν 1Ep.Clem.2.6, cf. 30.1. Source: βδελυκτόςβδελυκτός, ή, -όν (< βδελύσσω), [in LXX: Pr 17:15 (תֹּועֵבָה), Si 41:5, II
    3 KB (267 words) - 13:21, 3 October 2019
  • ἀθεμιτουργία, ἀναίσχυντος, ἀπόπτυστος, ἀλιτηριώδης, ἄζηλος, ἀπόρρητος, ἀθέμιστος, βδελυκτός, βδελύκτροπος, ἐναγής, ἐξάγιστος, ἁγής, ἅγιος
    570 bytes (38 words) - 06:40, 22 August 2017
  • δυσήνεμος, ἀλλότριος, ἄτοπος, βδελυκτός, βδελύκτροπος, βδελυχρός, βδελυρός
    182 bytes (7 words) - 07:20, 22 August 2017
  • (Hp.), act. -ύσσω, -ύττω (LXX) with βδελυγμία (Cratin.) etc. Vb. adj. βδελυκτός (βδελύκτροπος from *βδελυκτο-τροπος A.). PN Βδελυ-κλέων (Ar.). βδελυχρός
    9 KB (846 words) - 14:20, 2 October 2019
  • ἀναισχυντία, σε Ευρ.· επίρρ. -τως, σε Πλάτ. II. λέγεται για πράγματα, βδελυκτός, αποστρεφής, σε Ευρ. ἀναίσχυντος: 1) бесстыдный Thuc., Eur., Xen., Plat
    5 KB (397 words) - 11:25, 10 January 2019
  • βδελύκτροπος βδελύκτροπος, -ον (Α) βδελυκτός, αποτρόπαιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βδελυκτο-τροπος, με συλλαβική ανομοίωση < βδελυκτός + τρόπος. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (84 words) - 19:00, 9 January 2019
  • = κάμνω τινὰ νὰ γείνῃ βδελυκτός, κάμνω τινὰ ἀποστροφῆς ἄξιον, μέλλ. -ύξω, ἀόρ. ἐβδέλυξα, Ἑβδ. ‒ Μέσ. καὶ παθ., εἶμαι βδελυκτός, ἀποστροφῆς ἄξιος, μέλλ
    10 KB (899 words) - 13:20, 3 October 2019
  • τρισβδέλυκτος: -ον, τρὶς βδελυκτός, ὁ σφόδρα βδελυκτός, ἀποτρόπαιος, Ossan. Auctar. Lex. -ον, Α πάρα πολύ σιχαμερός, αποτρόπαιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτατ.
    605 bytes (34 words) - 12:58, 29 September 2017
  • μῠσᾰρός: -ά, -όν, (μύσος) ἀκάθαρτος, ῥυπαρός, ἐντεῦθεν ὡς τὸ Λατ. impurus, βδελυκτός, σχεδὸν ὡς τὸ μιαρός, Εὐρ. Ὀρέστ. 1624, κτλ.· τὸ μ., βδέλυγμα, Ἡρόδ. 2
    4 KB (304 words) - 14:15, 14 January 2019
  • στυγνός: -ή, -όν, (συνῃρ. ἐκ τοῦ στυγανός = στυγερός), μεμισημένος, βδελυκτός, ἐπὶ προσώπων καὶ πραγμάτων, Ἀρχίλ. 74· ἄτη, δαίμων Αἰσχύλ. Πρ. 886, Πέρσ
    8 KB (647 words) - 11:00, 10 January 2019
  • ὀνομαστός, ἀνάξιος νὰ ὀνομάζηται, νὰ μνημονεύηται τὸ ὄνομα αὐτοῦ, δηλ. βδελυκτός, Λατ. infandus, κακοΐλιον οὐκ ὀνομαστὴν Ὀδ. Τ. 260, 597., Ψ. 19, Ἡσ. Θ
    6 KB (486 words) - 04:40, 10 January 2019
  • O. C. 1383; Ar. Eq. 1282. ἀπόπτυστος: -ον, ἀπεπτυσμένος: ἐντεῦθεν, βδελυκτός, θεοῖς Αἰσχύλ. Εὐμ. 191· ἀπολ., Σοφ. Ο. Κ. 1383, Εὐρ. Μήδ. 1373, κτλ.
    2 KB (172 words) - 16:38, 9 January 2019
  • Vorbedeutung enthält, Soph. Ai. 897. δυσώνῠμος: -ον, φέρων κακὸν ὄνομα, βδελυκτός, μισητός, υἷες Ἀχαιῶν Ἰλ. Ζ. 255· ἠώς Ὀδ. Τ. 571· μοῖρα Ἰλ. Μ. 116· λέκτρα
    5 KB (511 words) - 21:28, 9 January 2019
  • < θεο- + -βδέλυκτος (< βδελύσσομαι), πρβλ. α-βδέλυκτος, τρισ-βδέλυκτος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    635 bytes (40 words) - 07:17, 29 September 2017
  • -ά, -όν, (στυγέω) ποιητ. ἐπίθ., μεμισημένος, ἐβδελυγμένος, ἢ μισητός, βδελυκτός, συχν. παρ’ Ὁμ., Ἡσ. καὶ τοῖς Τραγικ., ἐπί τε προσώπων καὶ πραγμάτων, στ
    9 KB (732 words) - 11:15, 10 January 2019
  • 13.170c. [Seite 332] verabscheuenswerth, Themist. ἀπότρεπτος: -ον, βδελυκτός, ἄξιος ἀποστροφῆς, Θεμίστ. 170C. -ον abominable τῶν πολλῶν ἀπότρεπτά
    999 bytes (44 words) - 11:56, 21 August 2017
  • · ἦμαρ Μάξιμ. π. καταρχ. 358. 2) ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελέ τις νὰ φύγῃ, βδελυκτός, ἀηδής, ὀδμὴ Σιμωνίδης 251. ΙΙΙ. μετ’ αἰτ., φύξιμός τινα, ἱκανὸς νὰ ἐκφύγῃ
    6 KB (538 words) - 02:35, 10 January 2019
  • мерзостный = βδελυκτός, ἀπόπτυστος, ἄδαιτος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    90 bytes (39 words) - 03:05, 14 October 2019
  • walgelijk = βδελυκτός, βδελύκτροπος, βδελυρός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site
    94 bytes (34 words) - 13:30, 10 January 2019
  • оскверненный = ἄναγνος, βδελυκτός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    63 bytes (38 words) - 01:15, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)