Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βιαίως" on this wiki. See also the other search results found.

  • природы, неестественно (κινεῖσθαι Arst.). βιαίως = (see also: βίαιος) by force, by violence ⇢ Look up "βιαίως" on Google | Wiktionary | LSJ full text
    886 bytes (82 words) - 09:30, 4 July 2020
  • Medea 283); see under violence. die a violent death: P. βιαίως ἀποθνήσκειν, V. θνήσκειν βιαίως. ⇢ Look up "violent" on Perseus Dictionaries | Perseus
    1 KB (126 words) - 15:45, 10 December 2020
  • θνήσκειν βιαίως = die a violent death ⇢ Look up "θνήσκειν βιαίως" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    61 bytes (28 words) - 21:10, 3 July 2020
  • βιαίως ἀποθνήσκειν = die a violent death ⇢ Look up "βιαίως ἀποθνήσκειν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    61 bytes (28 words) - 20:45, 3 July 2020
  • P. and V. βιαίως. vehemently: P. σφοδρῶς, P. and V. σφόδρα. insolently: P. ὑβριστικῶς. ⇢ Look up "violently" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    352 bytes (31 words) - 15:45, 10 December 2020
  • 236, Adv. twice, by force, perforce, κατέδουσι βιαίως οἶκον Ὀδυσσῆος 2.237; γυναιξὶ παρευνάζεσθε βιαίως 22.37; freq. in all writers, ἔργα β. Thgn. 1343;
    22 KB (2,184 words) - 08:50, 23 May 2021
  • λεία, αρπάζω πολεμικά λάφυρα («τὰ δ' ἐλαφυραγώγησαν Ῥωμαῖοι κρατήσαντες βιαίως», Στράβ.) 2. ληστεύω, διαγουμίζω, λεηλατώ («λαφυραγωγήσας τὴν πόλιν», Απολλόδ
    491 bytes (37 words) - 12:20, 28 March 2021
  • ένσταση 2. αισθάνομαι 3. νοικιάζω αρχ. 1. παίρνω κάτι από κάποιον 2. αρπάζω βιαίως 3. παίρνω ολόκληρο κάτι 4. καταγράφω, σημειώνω 5. εκλέγω 6. φρ. «ἔργα ἐκλαμβάνω»
    936 bytes (66 words) - 07:07, 29 September 2017
  • όπως: α) «πρὸς βίαν» i) με τη χρήση βίας, βιαίως ii) εναντίον της θέλησης κάποιου β) «πρὸς τὸ βίαιον» — βιαίως γ) «πρὸς τὸ καρτερόν» — καρτερικά δ) «πρὸς
    16 KB (1,307 words) - 15:20, 27 March 2021
  • τοῦτο ὅσον δύναται, γνοῖτ' ἂν ἐκ τωνδί (Dem. 524). by force: P. and V. βίᾳ, βιαίως, πρὸς βίαν, ἀνάγκῃ, ἐξ ἀνάγκης, V. ἐκ βίας, κατ' ἰσχύν, σθένει, πρὸς τὸ
    4 KB (337 words) - 20:44, 9 December 2020
  • vehemence: P. σφοδρότης, ἡ. by violence, by force: P. and V. βίᾳ, πρὸς βίαν, βιαίως, V. ἐκ βίας, κατ' ἰσχύν, σθένει, πρὸς τὸ καρτερόν, πρὸς ἰσχύος κράτος; see
    2 KB (192 words) - 12:35, 13 December 2020
  • πρεσβευτὰς πρὸς Ἀντίοχον», Πολ.) νεοελλ. ειρων. ξεπροβοδώνω κάποιο, τον αποπέμπω βιαίως, τον διώχνω, τον ξεφορτώνομαι μσν. στέλνω πίσω αρχ. 1. αφήνω έναν αιχμάλωτο
    968 bytes (68 words) - 07:09, 29 September 2017
  • by force = βίᾳ, βιαίως, πρὸς βίαν, ἀνάγκῃ, ἐξ ἀνάγκης, ἐκ βίας, κατ' ἰσχύν, σθένει, πρὸς τὸ καρτερόν, πρὸς ἰσχύος κράτος ⇢ Look up "by force" on Perseus
    272 bytes (38 words) - 21:15, 22 May 2020
  • by force: P. and V. βίᾳ, βιαίως. πρὸς βίαν; see under force. necessarily: P. and V. ἀνάγκῃ, ἀναγκαίως, P. κατ' ἀνάγκην. ⇢ Look up "perforce" on Perseus
    402 bytes (38 words) - 09:50, 10 December 2020
  • by violence = βίᾳ, πρὸς βίαν, βιαίως, ἐκ βίας, κατ' ἰσχύν, σθένει, πρὸς τὸ καρτερόν, πρὸς ἰσχύος κράτος ⇢ Look up "by violence" on Perseus Dictionaries
    225 bytes (35 words) - 21:12, 22 May 2020
  • άλογο ή τα άλογα του άρματος 3. επιτίθεμαι 4. κωπηλατώ 5. διώχνω, απομακρύνω βιαίως 6. (για μέταλλα) σφυρηλατώ μσν. 1. συλλαμβάνω 2. ανακοινώνω αρχ. 1. (για
    4 KB (307 words) - 12:15, 28 March 2021
  • die a violent death = βιαίως ἀποθνήσκειν, θνήσκειν βιαίως ⇢ Look up "die a violent death" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora |
    104 bytes (28 words) - 19:05, 22 May 2020
  • ἑαυτοὺς ν. X.Eph.5.1. 2 vigorously, Ar.Pax 898; ν. βοηθεῖν τινι Pl.Tht.168c; βιαίως καὶ ν. Dsc.1.56; of things, Ph.Bel.78.29: Comp. -κωτέρως, ἀγαθός Phld.Rh
    13 KB (1,022 words) - 22:53, 27 March 2021
  • επιτεθώ εναντίον κάποιου («χαλεπὸν oὖv ἔργον διαιρεῖν, ὅταν ὁ μὲν τείνη βιαίως, ό δ' ἐπαναστρέφειν δύνηται», Αριστοφ.) 2. βγαίνω ξανά στην επιφάνεια 3
    1 KB (76 words) - 08:35, 27 March 2021
  • ἐξαποπέμπω (Μ) αποπέμπω βιαίως, διώχνω εντελώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + αποπέμπω «διώχνω»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    308 bytes (19 words) - 07:09, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)