Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλάβη" on this wiki. See also the other search results found.

  • τύπων, το βλαβ- του βλάβη πιθ. < βλαπ-, με αφομοίωση (πρβλ. αρχ. ινδ. mŕc, marka- «βλάβη, καταστροφή», αβεστ. m∂hrk-). Η λ. βλάβη δηλώνει γενικά τη «ζημιά»
    13 KB (1,113 words) - 11:10, 26 February 2019
  • islote o escollo en la costa asiática del Bósforo, Dion.Byz.102. Source: Βλάβη
    108 bytes (17 words) - 12:20, 21 August 2017
  • ές (Α ἀβλαβής, -ές) βλάβη 1. (με παθ. σημ.) αυτός που δεν έπαθε, δεν έχει υποστεί βλάβη, ανέπαφος, σώος, άθικτος, ακέραιος 2. (με ενεργ. σημ.) αυτός που
    508 bytes (46 words) - 06:30, 29 September 2017
  • πάθησις) πάσχω βλάβη στον οργανισμό και καταστροφή της υγείας και της ισορροπίας του, η κατάσταση του πάσχοντος, νόσος, ασθένεια, οργανική βλάβη («πάθηση τών
    1 KB (91 words) - 12:04, 29 September 2017
  • ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιβλαβές βλαπτική ιδιότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -βλαβής (< βλάβη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    440 bytes (27 words) - 07:11, 29 September 2017
  • κάτι 2. ο θάνατος, ο χαμός 3. ηθική καταστροφή, διαφθορά νεοελλ. 1. ζημιά, βλάβη 2. ελάττωση της αρχικής ποσότητας, διαφυγή («απώλεια στο αέριο») 3. στον
    1 KB (82 words) - 10:50, 23 December 2018
  • 126.19 (i A. D.); distd. from βλάβη, D.21.43 (v. βλάβη 2). (More Attic than βλάβη acc. to Moer.103.) [Seite 446] τό, = βλάβη, von den Atticisten dieser
    5 KB (504 words) - 19:15, 9 January 2019
  • το / τραῡμα, ΝΜΑ, και δωρ. και ιων. τ. τρῶμα Α σωματική βλάβη οφειλόμενη σε άσκηση βίας, που επιφέρει λύση της ανατομικής ή λειτουργικής συνέχειας ενός
    3 KB (222 words) - 12:50, 29 September 2017
  • («είμαι εξασφαλισμένος», «έχω εξασφαλιστεί») μσν.- νεοελλ. προφυλάσσω από βλάβη μσν. εμποδίζω («ἐξασφαλιζόμενος αὐτὸν τοῦ μὴ δῆσαι χεῑρας εἰς ἕτερον βαρβάτην»
    915 bytes (66 words) - 12:25, 15 February 2019
  • ζημία και εζημία, η (AM ζημία, Μ και εζημία Α και δωρ. τ. ζαμία) 1. απώλεια, βλάβη, φθορά, καταστροφή («οι ζημιές από την πλημμύρα ήταν πολύ μεγάλες») 2. τιμωρία
    2 KB (115 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ανίκανος για εργασία λόγω αναπηρίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανά + πηρός «αυτός που έχει βλάβη σε κάποιο μέλος του σώματός του». ΠΑΡ. αναπηρία αρχ. ἀναπηρῶ]. Αναζήτηση
    923 bytes (64 words) - 06:53, 29 September 2017
  • κατά είδος χαρακτηριστικά 3. (για οργανισμό ή μηχανισμό) κακή λειτουργία, βλάβη 4. ανωμαλία διανοητική, ανισορροπία 5. αφύσικη σεξουαλική συμπεριφορά, διαστροφή
    1 KB (100 words) - 06:56, 29 September 2017
  • παραμερίζουν, αν δεν διεκδικείς τα δικαιώματα σου νεοελλ.-μσν. προξενώ μεγάλη βλάβη σε κάποιον με τις ενέργειες ή τα λόγια μου αρχ. αποτεφρώνω («πυρὶ θάπτειν»)
    1 KB (100 words) - 06:40, 29 September 2017
  • εκδήλωση φιλικών συναισθημάτων αρχ. 1. έκταση, εξάπλωση 2. φθορά, καταστροφή, βλάβη 3. τήξη 4. καταπράυνση 5. χαύνωση, χαλάρωση 6. φαιδρότητα 7. (ειρωνικά) εμπαιγμός
    797 bytes (54 words) - 07:04, 29 September 2017
  • 1. κακομεταχείριση, βιαιοπραγία, βασανισμός, βάναυση πράξη που επιφέρει βλάβη 2. υβριστική, βάναυση συμπεριφορά 3. βιασμός, ατίμωση διά της βίας 4. κακή
    684 bytes (50 words) - 06:37, 29 September 2017
  • αλήθεια» — ψεύδομαι, διαστρεβλώνω την αλήθεια νεοελλ.-μσν. προκαλώ σωματική βλάβη, κακομεταχειρίζομαι αρχ. 1. διευθύνω κακώς τις υποθέσεις κάποιου («τῆς δὲ
    1 KB (72 words) - 12:40, 15 February 2019
  • παρατεταμένη ακούσια συστολή με δυσκαμψία ενός ή περισσότερων μυών χωρίς βλάβη τών μυϊκών ινών 2. φρ. «σύσπαση άρθρωσης» — η μόνιμη βράχυνση τών μαλακών
    827 bytes (66 words) - 12:50, 29 September 2017
  • 1. πληρώνω αποζημίωση 2. ικανοποιώ τις απαιτήσεις κάποιου για βλάβη που του προξένησα 3. ανταμείβω κάποιον για εκδούλευση ή προσφορά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο-
    655 bytes (45 words) - 06:56, 29 September 2017
  • κακώ κακοποίηση, κακομεταχείριση νεοελλ. ιατρ. ελαφρά ή και βαριά σωματική βλάβη που έχει προκληθεί από άλλο άτομο ή από εξωτερική βίαιη ενέργεια νεοελλ.-μσν
    2 KB (114 words) - 07:20, 29 September 2017
  • η διαταραχή και μείωση της θρέψης ενός οργάνου του σώματος και η βλάβη που επακολουθεί. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    193 bytes (24 words) - 07:05, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)