Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλάπτω" on this wiki. See also the other search results found.

  • σταματώ, αναχαιτίζω 2. παραπλανώ, εξαπατώ 3. φρ. α) «βλάπτω λόγον» — αλλοιώνω την προφητεία β) «βλάπτω ὅρκους» — παραβιάζω, αθετώ II. (μτχ. παθ. παρακμ.)
    37 KB (3,771 words) - 22:35, 7 July 2020
  • ἀδικῶ -έω) 1. ενεργ. είμαι άδικος, διαπράττω αδικία σε βάρος κάποιου, τον βλάπτω 2. παθ. υφίσταμαι αδικία ή μείωση αρχ. 1. (δικαν.) παρανομώ 2. (για παιχνίδια
    1,022 bytes (63 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ή «πολεμῶ ζημίαν» ή «γυρίζω ζημίαν» — κάνω κακό, κάνω ζημιά σε κάποιον, βλάπτω, καταστρέφω μσν.-αρχ. χρηματική ποινή, πρόστιμο αρχ. 1. (ως υβριστική λέξη)
    2 KB (115 words) - 07:15, 29 September 2017
  • του αρχ.-μσν. ἐλαττοῦμαι 1. εξασθενώ, γίνομαι ασθενικός 2. μειονεκτώ μσν. βλάπτω αρχ. Ι. 1. αφαιρώ κάτι από κάποιον 2. κόβω, κονταίνω II. παθ. ἐλαττοῦμαι
    1 KB (81 words) - 12:30, 15 February 2019
  • [ᾰ], ἡ, (v. βλάπτω)    A harm, damage, A.Pr.763, IG12.18, etc.; πεπονθέναι… ἐς βλάβην φέρον S.OT517; τίς β.; c. inf., Id.OC1187; οἷς ἦν ἐν β. τειχισθέν
    15 KB (1,370 words) - 22:02, 7 July 2020
  • (AM κακοποιῶ, -έω) κακοποιός (μτβ. και αμτβ.) κάνω κακό, αδικώ, βλάπτω, κακουργώ («πλεῑστοι κλέπται κυπτάζειν καί κακοποιεῑν», Αριστοφ.) νεοελλ. 1. βιάζω
    1 KB (72 words) - 12:40, 15 February 2019
  • β. «ὑπενόμευε Ῥωμαίοις πόλεμον ἐκ τῶν ὑπηκόων», Διον. Αλ.) νεοελλ. μτφ. βλάπτω κάποιον με δόλια μέσα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    740 bytes (64 words) - 12:52, 29 September 2017
  • βλαβερός, -ά, -όν (< βλάπτω), [in LXX: Pr 10:26*;] hurtful: I Ti 6:9.† from βλάπτω; injurious: hurtful. βλαβερα, βλαβερόν (βλάπτω), hurtful, injurious
    7 KB (689 words) - 22:05, 7 July 2020
  • διαδηλέομαι, δάμνημι, ἄτω, ἀχρειόω, δηλαίνω, διαβλάπτομαι, ἐλεφαίρομαι, ἐλέγχω, βλάπτω, ἑλκόω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    475 bytes (34 words) - 06:42, 22 August 2017
  • καὶ εἰ ἠδίκησαν, μὴ προσποιεῑσθαι», Θουκ.) 5. (το ενεργ.) α) παραχωρώ β) βλάπτω, ζημιώνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (119 words) - 12:23, 29 September 2017
  • ενεργ. και παθ. σημ.) ο αβλαβής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ. + βλάβω, μσν. τύπ. του βλάπτω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    327 bytes (26 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ἀφευρίσκω, ἀπογίγνομαι, ἄπειμι, ἐνδεύω, δέω, ἐλλιμπάνω, ἀποφύω, ἀπέχω, ἁμαρτάνω, βλάπτω, ἐκδέχομαι, ἐλασσονέω, ἐλλείπω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    428 bytes (32 words) - 06:39, 22 August 2017
  • -όω, Μ και ζημιώνω) ζημία 1. προξενώ σε κάποιον ζημιά, απώλεια, βλάβη, βλάπτω, παραβλάπτω (α. «μέ ζήμιωσες με αυτά που έκανες» β. μηδὲν ἢ μηδένα ζημιοῑ»
    1 KB (91 words) - 06:35, 29 September 2017
  • ἀποκωλύω, διακόπτω, διατειχίζω, διακωλύω, ἀντιπταίω, ἀντικοτέω, ἐλέγχω, βλάπτω, ἀπαρτάω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    309 bytes (26 words) - 06:40, 22 August 2017
  • T. u. K. S. βλάσφημος: -ον, (ἴσως ἐκ τοῦ βλάξ καὶ φήμη· ἕτεροι ἐκ τοῦ βλάπτω, ἀντὶ τοῦ βλαψίφημος): ― ὁμιλῶν δυσοιώνους λόγους. κακολόγος, μ. γεν. =
    8 KB (811 words) - 14:15, 4 July 2020
  • -η, -ο βλ. βλάπτω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    61 bytes (13 words) - 07:01, 29 September 2017
  • (AM δολοφονῶ, -έω) δολοφόνος φονεύω με δόλο εκ προμελέτης νεοελλ. βλάπτω κάποιον καίρια με δόλο αρχ. φονεύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    264 bytes (26 words) - 06:27, 29 September 2017
  • βλάπτομαι από κάποιον και συγχρόνως τον βλάπτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο- + βλάπτω (-ομαι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    299 bytes (20 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ές, (βλάπτω)    A deranged, crazy, Hdt.2.120, Eup.181.7, Luc.Syr.D.43, Hierocl.in CA 24p.472M., etc. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite
    2 KB (150 words) - 23:30, 29 June 2020
  • nihil obest dicere: was schadet das? quid ad rem? quid obstat? schaden = βλάπτω, κακοποιέω, κακουργέω, πημαίνω, σιναμωρέω Look up in: Google | Wiktionary
    899 bytes (127 words) - 11:30, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)