Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλάστησις" on this wiki. See also the other search results found.

  • General | Authors & Works [Seite 448] ἡ, das Keimen, Wachsen, Theophr. βλάστησις: -εως, ἡ, τὸ βλαστάνειν, ἀναδίδειν, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 6. 9, 2 Θεόφρ. Ἱ. Φ
    1 KB (103 words) - 20:20, 29 December 2020
  • η (AM βλάστησις) βλαστάνω το να βλαστάνει κάτι, φύτρωμα μσν.- νεοελλ. φυτό νεοελλ. 1. το σύνολο των φυτών ενός τόπου 2. η χρονική περίοδος κατά την οποία
    425 bytes (40 words) - 07:01, 29 September 2017
  • ἕλιξ, ἀπόχυσις, ἔκδοσις, ἀποστολή, ἀσφάραγος, ἀναβολή, ἐξάνθησις, ἄνθη, βλάστησις, ἐκβλάστησις, ἀνατολή, ἀποφυάς, ἀναβλάστησις * Look up in: Google | Wiktionary
    627 bytes (41 words) - 06:47, 22 August 2017
  • germinación = ἔκφυσις, ἀνάδοσις, ἐγκύησις, διαβλάστησις, βλάστησις, ἐμβλάστησις, ἐκβλάστησις, ἐκδρομή * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    214 bytes (22 words) - 07:07, 22 August 2017
  • beständige Sprossen, Theophr. ἀειβλάστησις: -εως, ἡ, συνεχής, αἰωνία βλάστησις, Θεόφρ. αὐτόθι.
    683 bytes (34 words) - 16:45, 31 December 2020
  • Auswuchs, Diosc.; γενύων, Opp. Cyn. 2, 497. ἔκφῠσις: -εως, ἡ, (ἐκφύω) βλάστησις, «φύτωμα», αὔξησις, Ἀριστ. π. Ζ. Πορ. 2. 14, 6, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 8. 1, 5·
    5 KB (484 words) - 11:25, 1 January 2021
  • schnelle Keimen, Wachsen, Theophr. εὐβλάστεια: ἡ, ἡ ταχεῖα καὶ ἄφθονος βλάστησις, Θεοφρ. περὶ Φυτ. Αἰτ. 1. 20, 5: - γράφεται καὶ εὐβλαστία αὐτόθι 120,6
    643 bytes (54 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Gp.5.9.7; τ. τὸν μαστόν makeit cease to yield milk, Ael.NA3.39:—Pass., βλάστησις τυφλουμένη Thphr.CP5.17.7; οὖρα τυφλοῦται Nic.Al.340; ἡ φωνὴ τυφλοῦται
    9 KB (861 words) - 17:20, 1 February 2021
  • [Seite 754] ἡ, das Auskeimen, Ausschlagen, Geopon. ἐκβλάστησις: -εως, ἡ, βλάστησις, μνημονεύεται ἐκ τοῦ Διοσκ., πρβλ. Γεωπ. 5. 25, 1. -εως, ἡ bot. germinación
    1 KB (91 words) - 16:50, 19 March 2021
  • stone, Plin.HN37.153. VI = κωπηλάτης, Hsch., Phot. VII = ἡ τοῦ αἰγείρου βλάστησις, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1441]
    9 KB (848 words) - 12:59, 28 March 2021
  • πιαίνονται βόες χλόῃ κυάμων Ἀριστ. περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ. 8. 7, 1. 2) ποιητ., ἡ πρώτη βλάστησις τῶν δένδρων, τὸ φύλλωμα κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς βλαστήσεως, φύλλα, χλ. ἀμπέλου
    18 KB (1,813 words) - 15:45, 31 December 2020
  • Pr.1. II intr., en v. med.-pas. 1 extenderse, propagarse c. giro prep. βλάστησις αὐτῆς (ἀμπέλου) ... ἐν τῷ ὕψει ἐξηπλώθη A.Thom.A 146, ἐφ' ἅπαν ἐξαπλωθῆναι
    5 KB (389 words) - 08:30, 1 January 2021
  • Click links below for lookup in third sources: ή, όν, A of a leaf, βλάστησις Thphr.HP3.5.5. 2 leaf-like, σφαιρίον ib.3.7.5. II Φυλλικός (sc. μήν), ὁ
    2 KB (134 words) - 14:31, 31 December 2020
  • 13· ἐντεῦθεν οὐσιαστ. κρείττωσις, εως, ἡ, νόσος ἀμπέλου, ἡ παρὰ φύσιν βλάστησις, ἧς ἕνεκα ἀτροφοῦσι καὶ ἀπορρέουσιν αἱ ῥᾶγες, αὐτόθι.
    1 KB (77 words) - 13:05, 30 December 2020
  • de la germinación ὧραι Thphr.Od.63. -ή, -ό (AM βλαστητικός, -ή, -ό) βλάστησις ο σχετικός με τη βλάστηση νεοελλ. αυτός που εξασφαλίζει τη διατήρηση της
    1 KB (115 words) - 20:20, 29 December 2020
  • 181] ἡ, das Hervorkeimen, Theophr. ἀναβλάστησις: -εως, ἡ, ἡ ἐκ νέου βλάστησις, Θεοφρ. Ἱ. Φ. 8. 1, 6. -εως, ἡ retoño, brotede plantas, Thphr.HP 8.1
    992 bytes (68 words) - 18:00, 31 December 2020
  • ἀντὶ τοῦ συγκεκριμένου, ὁμὰς ἀκροβολιστῶν, = ἔκδρομοι, Θουκ. 4. 127. ΙΙ. βλάστησις, ἐπὶ δένδρων, Θεόφρ. Αἰτ. Φ. 2. 1, 3. ΙΙΙ. παρέκβασις ἐν ὁμιλίᾳ, Ἀριστείδ
    9 KB (864 words) - 01:05, 1 January 2021
  • Chantraine Formation 177f.), danach vereinzelt βλαστημός Wachstum, Sproß (A.); βλάστησις das Keimen, das Sprossen (Arist., Thphr.) mit βλαστητικός keimend, sprossend
    20 KB (1,986 words) - 20:33, 29 December 2020
  • προβάλλειν ἐπὶ πολύ, Ἀριστ. π. Ζ. Πορείας 4. 9, πρβλ. προβάλλω ΙΙ. 1. 2) βλάστησις, «φύτρωμα» βλαστοῦ Γεωπ. 5. 25, 1· φυτῶν Ἡσύχ. ΙΙ. τὸ προέχον, τὸ προεξέχον
    36 KB (3,190 words) - 18:10, 25 March 2021
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works κορύνησις: -εως, ἡ, (κορυνάω) βλάστησις κορυνοειδοῦς βλαστοῦ ἢ κάλυκος, Θεόφρ. π. Φ. Ἱστ. 3. 5. 1, Φανίας παρ’
    926 bytes (72 words) - 13:00, 30 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)