Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλαβερός" on this wiki. See also the other search results found.

  • συμπίπτει γὰρ ὑπ' αὐτῆς (κενώσεως) τὸ σῶμα β. Gal.17(2).16. Source: βλαβερός βλαβερός, -ά, -όν (< βλάπτω), [in LXX: Pr 10:26*;] hurtful: I Ti 6:9.† from
    7 KB (660 words) - 13:15, 3 October 2019
  • -ές (AM ἐπιβλαβής, -ές) βλαβερός αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιβλαβές βλαπτική ιδιότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -βλαβής (< βλάβη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    440 bytes (27 words) - 07:11, 29 September 2017
  • -ές (Α ἀνωφελής, -οῡς) 1. αυτός που δεν ωφελεί, άχρηστος 2. βλαβερός, επιζήμιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    195 bytes (22 words) - 06:56, 29 September 2017
  • (για πρόσωπα και πράγματα) οδυνηρός, ενοχλητικός, λυπηρός 2. (για ζώα) βλαβερός 3. παθ. θλιμμένος, καταπονημένος, πικραμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    540 bytes (42 words) - 06:39, 29 September 2017
  • -α, -ο (AM ἐπιζήμιος, -ον) αυτός που προκαλεί ζημιά, ο βλαβερός αρχ. 1. (για πράξη ή παράλειψη) αυτός που επισύρει ποινή, που τιμωρείται 2. (το ουδ. πληθ
    586 bytes (45 words) - 07:11, 29 September 2017
  • συνεπάγονται δυσάρεστα αποτελέσματα («το δηλητήριο της συκοφαντίας») αρχ. 1. βλαβερός, επιβλαβής («δηλητήρια φάρμακα») 2. το ουδ. ως ουσ. το δηλητήριον το φαρμάκι
    1 KB (84 words) - 12:20, 14 January 2019
  • ἀδύνατος. In bad health: see ill. Injurious: P. and V. ἀσύμφορος, κακός, P. βλαβερός, Ar. and V. ἀτηρός, V. λυμαντήριος; see harmful. Sorry, mean: P. and V
    1 KB (153 words) - 06:40, 10 January 2019
  • adj. P. ζημιώδης, ἐπιζήμιος, βλαβερός, ἀνεπιτήδειος, P. and V. ἀσύμφορος, κακός, κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. Look up injurious
    360 bytes (31 words) - 09:45, 21 July 2017
  • κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής (rare V.), Ar. and V. δύσποτμος; see P. βλαβερός, P. and V. ἀσύμφορος, κακός, Ar. and V. ἀτηρός, V. λυμαντήριος, see harmful
    2 KB (210 words) - 09:44, 21 July 2017
  • ἀτηρία, δήλησις, βλάβος, ἀδίκιον, διαστροφή, βλαβερός, διάσεισμα, ἐλάσσωμα, ἀδικία, ἐνοχλέω, δήλημα
    243 bytes (11 words) - 07:15, 22 August 2017
  • δυσχερής, αἰτιατικός, δηλήμων, βλαπτικός, δαπτρεῖος, βλαβερός, δυσπαλής, ἀνιαρός, δάλεμος, δηλήσιμος, δηλητηριώδης, βλαβόεις, δηλητήριος, ἀνθρωπολοιγός
    420 bytes (17 words) - 06:51, 22 August 2017
  • βλαβοποιός, δηλήμων, βλαπτικός, βλαπτήριος, ἀλυσιτελής, βλαβερός, ἀνταῖος, ἀτηρός, ἀτυχής, ἀνωφελής, δάλεμος, δηλήσιμος, δηλητηριώδης, ἄατος, βαρύς, ἄνοστος
    395 bytes (17 words) - 06:59, 22 August 2017
  • adj. P. βλαβερός, P. and V. ἀσύμφορος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, λυγρός, Ar. and V. ἀτηρός. Look up baneful on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    258 bytes (27 words) - 09:23, 21 July 2017
  • adj. P. ζημιώδης, ἐπιζήμιος, βλαβερός, ἀνεπιτήδειος, P. and V. κακός, κακοῦργος, ἀσύμφορος, V. νοσώδης, Ar. and V. ἀτηρός, V. λυμαντήριος. Look up hurtful
    363 bytes (32 words) - 09:43, 21 July 2017
  • βλάψις, ἀγγρία, βλάμμα, ἀτηρία, δήλησις, βλάβος, ἀδίκιον, βλαβερός, ἀδικία, ἀποτριβή
    211 bytes (10 words) - 06:44, 22 August 2017
  • βλαπτικός, δυσένθετος, ἀλυσιτελής, βλαβερός, ἀτυχής, ἀνωφελής, δυσκοίλιος, ἀσύμφορος, ἀσυμφορής, ἄατος
    248 bytes (10 words) - 06:50, 22 August 2017
  • adj. P. ζημιώδης, βλαβερός, ἐπιζήμιος, ἀνεπιτήδειος, P. and V. ἀσύμφορος, κακός, κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. Look up pernicious
    360 bytes (31 words) - 09:48, 21 July 2017
  • κείμαι απέναντι ή εναντίον κάποιου 5. αντιτάσσομαι, αντιστέκομαι 6. είμαι βλαβερός, επιζήμιος 7. (στη ρητορ.) «ἀντικείμενη λέξις» — αντιθετική. Αναζήτηση
    896 bytes (63 words) - 06:20, 29 September 2017
  • Tryph.261. λωβήεις: εσσα, εν, βλαβερός, ἐπονείδιστος, φθοροποιός, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 801, Τρυφ. 261. - λωβηρός, ά, όν, = βλαβερός, Βακχυλ. 1β 9. λωβήεις, -εσσα
    1 KB (58 words) - 07:34, 29 September 2017
  • adj. P. ζημιώδης, ἐπιζήμιος, βλαβερός, ἀνεπιτήδειος, P. and V. ἀσύμφορος, κακός, κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος. Ar. and V. ἀτηρός. Look up harmful
    360 bytes (31 words) - 09:43, 21 July 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)