Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλακώδης" on this wiki. See also the other search results found.

  • (AM βλακώδης, -ες) αυτός που ταιριάζει σε βλάκα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο βλᾱκώδης: -ες
    2 KB (197 words) - 20:26, 29 December 2020
  • ἄτονος, ἀλαπαδνός, ἀφλεβής, ἀνέντατος, βλαδύς, βλακικός, ἀβαρής, ἀνειμένος, βλακώδης, διακλάω, ἀμυδρός, ἀμενηνός, ἀσύστροφος, ἄνευρος, ἀμβλύς, ἀνέδραστος, ἔκλυτος
    667 bytes (44 words) - 07:06, 22 August 2017
  • indolente = ἀφλεβής, ἀπράγμων, ἀργοποιός, βαιτών, βλακικός, βλακώδης, ἀταλαίπωρος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    174 bytes (21 words) - 07:09, 22 August 2017
  • lerdo = βλάξ, βλακώδης, ἀδιάρθρωτος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    79 bytes (17 words) - 06:49, 22 August 2017
  • ; also a fish (Erot.), Strömberg Fischnamen 33f. Derivatives: βλακικός, βλακώδης id.; βλακίας ἰχθὺς ποιός H. - Vb. βλακεύω be slack, βλακεία, βλάκευμα.
    9 KB (915 words) - 17:42, 1 February 2021
  • memo = βλακώδης, βλεκέμυξος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    62 bytes (16 words) - 06:53, 22 August 2017
  • flojamente = διακεκλασμένως, βλακώδης * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    70 bytes (16 words) - 07:06, 22 August 2017
  • tontería, simpleza Suet.Blasph.178, Eust.1405.33. βλάκευμα, το (Μ) βλακεύω βλακώδης ενέργεια. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    874 bytes (68 words) - 20:20, 29 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: βλακώδης, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ον memo, tonto de baba Hsch.
    366 bytes (21 words) - 10:50, 31 January 2021
  • αυτός που έχει άφθονη μύξα 2. μτφ. κουτός, βλάκας, ηλίθιος («βλεκέμυξος, βλακώδης, μυξώδης», Ησύχ.). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (151 words) - 15:42, 30 December 2020
  • ἄθυμος, Ἱππ. π. Ἀέρ. 288, Πλάτ. Πολ. 456 Α· τῷ ὀργίλος, αὐτόθι 411C· τῷ βλακώδης, Ξεν. Ἱππ. 9, 1. 2) ὁρμητικός, ὀξύθυμος, ἀντίθετον τῷ πραΰς, Πλάτ. Πολ
    5 KB (431 words) - 10:10, 30 December 2020
  • (AM μαλακία, Α ιων. τ. μαλακίη) μαλακός αυνανισμός νεοελλ. ανόητη πράξη ή βλακώδης λόγος, βλακεία μσν.-αρχ. σωματική ή ψυχική εξασθένηση, αδυναμία, ασθένεια
    6 KB (556 words) - 14:50, 30 December 2020
  • fatuamente = βλακώδης * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    36 bytes (15 words) - 06:44, 22 August 2017
  • η 1. μεγάλο κοτσάνι 2. βλακώδης λόγος, ανοησία 3. μεγάλο, χοντρό ψέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοτσάνι + μεγεθ. κατάλ. -α (πρβλ. κεφάλ-α, κοτρών-α)]. * Αναζήτηση σε:
    463 bytes (31 words) - 06:41, 29 September 2017
  • Ar.Au.1323, cf. Poll.3.123. βλακικός, -ή, -όν (Α) βλαξ 1. βλάκας 2. βλακώδης. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    3 KB (337 words) - 20:21, 29 December 2020
  • θύννος, -ωδης. θυννώδης, -ες (Α) θύννος μτφ. αυτός που μοιάζει με τον(ν)ο, βλακώδης, ηλίθιος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (98 words) - 10:05, 30 December 2020
  • Hsch. βλεῖ, A = βλίσσει, v.l. in Id. βλείης, βλεῖο, v. βάλλω. βλεκέμυξος· βλακώδης, Id. βλέκυξ, v. βλέτυγες. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    570 bytes (32 words) - 16:50, 1 February 2021
  • αστερώδης, ασφαλτώδης, ατμώδης, αφθώδης, αφρώδης, αχυρώδης βαραθρώδης, βατώδης, βλακώδης, βλεννώδης, βολβώδης, βορβορώδης, βοστρυχώδης, βουνώδης, βοώδης, βραχώδης
    12 KB (624 words) - 11:00, 19 December 2018