Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλῆσθαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • βλῆσθαι: ἴδε ἐν λ. βάλλω. inf. ao.2 Pass. épq. de βάλλω. v. βάλλω. Source: βλῆσθαι βλῆσθαι: Επικ. απαρ. Παθ. αορ. βʹ του βάλλω. βλῆσθαι: эп
    1 KB (66 words) - 06:05, 10 January 2019
  • ξύμβλητο 14.39; subj. βλήεται Od.17.472; opt. βλῇο or βλεῖο Il.13.288; inf. βλῆσθαι 4.115; part. βλήμενος 15.495: pf. βέβλημαι, Ion. 3pl. βεβλήαται 11.657 (but
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • ἐστὶν ἀποβολὴ κατ' ἀρχὴν τῆς ἀναδιπλουμένης συλλαβῆς, οἷον βεβλῆσθαι «βλῆσθαι» Rh.3.356. Source: ἄρσις ἄρσις: -εως, ἡ (αἴρω)· I. ανασήκωμα των ποδιών
    10 KB (873 words) - 16:42, 9 January 2019
  • в знач. praep. cum gen. и acc. через, навылет (ἀσπίδος и στέρνων Soph.; βλῆσθαι κενεῶνα δ. Hom.; δ. οὖς Aesch.). διαμπερές zie διαμπερής. Grammatical
    13 KB (1,215 words) - 14:30, 2 October 2019