Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βλῆτο" on this wiki. See also the other search results found.

  • s. βάλλω. βλῆτο: ἴδε ἐν λ. βάλλω. 3ᵉ sg. ao.2 Pass. épq. de βάλλω. βλῆτο: (тж. ἔβλητο) эп. 3 л. sing. aor. 2 pass. к βάλλω. βλῆτο poët. ind. stamaor
    783 bytes (44 words) - 06:15, 10 January 2019
  • Étymologie: ἐπιλίζω. βλῆτο ὦμον, received a stroke grazing the shoulder, Il. 17.599†. ἐπιλίγδην (Α) επίρρ. επιπόλαια («βλῆτο γὰρ ὦμον δουρὶ... ἄκρον
    2 KB (152 words) - 19:50, 9 January 2019
  • ἦσαν οἱ ὑπὸ τῶν ἐν Ἰλ. ἡρώων ῥιπτόμενοι κατὰ τῶν πολεμίων, χερμαδίῳ γὰρ βλῆτο κατὰ σφυρὸν ὀκριόεντι κνήμην, δεξιτερὴν Δ. 518· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἦσαν ὀγκώδεις
    5 KB (401 words) - 02:36, 10 January 2019
  • pass. ἐβλήθην, u. diesem gleichbedeutend episch syncop. aor. med. ἔβλητο, βλῆτο, βλήεται Odyss. 17, 472, βλεῖο Iliad. 13, 288, βλῆ σθαι, βλήμενος. – Die
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • ἐπιλίγδην (Α) επίρρ. επιπόλαια («βλῆτο γὰρ ὦμον δουρὶ... ἄκρον ἐπιλίγδην» — χτυπήθηκε με ακόντιο επιφανειακά, επιπόλαια στην επιδερμίδα του ώμου, Ομ. Ιλ
    534 bytes (34 words) - 07:12, 29 September 2017
  • βοτ. κοινή ονομασία του φυτού Atriplex hortensis του γένους ατρίπλεξ, αλλ. βλήτο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    170 bytes (22 words) - 07:31, 29 September 2017
  • zweimal, in der ursprünglichen Bedeutung, = ritzen, eingraben: Iliad. 17, 599 βλῆτο γὰρ ὦμον δουρί, ἄκρον ἐπιλίγδην· γράψεν δέ οἱ ὀστέον ἄχρις αἰχμὴ Πουλυδάμαντος;
    92 KB (9,742 words) - 13:35, 3 October 2019