Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βράδινος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works βράδινος, -α, -ον (αιολ. τ.) (Α) ραδινός. [ΕΤΥΜΟΛ. βράδινος < Fράδινος (βλ. ραδινός)]. Αναζήτηση σε: Google
    690 bytes (38 words) - 22:05, 7 July 2020
  • ῥαδινός, Sapph. frg. 32. βρᾰδινός: -ά, -όν, Αἰολ. ἀντὶ τοῦ ῥαδινός, Σαπφ. Ἀποσπ. 32, 34. και βραδυνός, -ή, -ό (Μ βραδινός, -ή, -όν) 1. ο σχετικός με
    844 bytes (74 words) - 17:56, 31 December 2018
  • χάδι, μάτι κ.λπ.]. ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. βραδιάζω, βραδινός νεοελλ. βραδάκι, βράδιασμα, βραδιάτικος, βραδινός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (166 words) - 07:01, 29 September 2017
  • + κατάλ. -ινός, ενώ ο τ. μακρυνός < μακρύς + κατάλ. -νός (πρβλ. βράδυ: βραδινός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    1 KB (83 words) - 07:35, 29 September 2017
  • bendable, slender (ep. Ψ 583; Treu Von Homer zur Lyrik 171 etc.). Other forms: βράδινος (Sapph.). Beside it ῥοδανός adjunct of δονακεύς (Σ 576; vv.ll. ῥαδινός
    14 KB (1,317 words) - 18:10, 8 July 2020
  • ορθογραφική εξομοίωση της λ. προς το πλήθος των επιθέτων σε -ινός (πρβλ. και βραδινός αντί βραδυνός < βράδυ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    683 bytes (48 words) - 10:40, 23 December 2018
  • σπερινός και σπερνός και εσπερνός, -ή, -ό (ΑΜ ἑσπερινός, -ή, -όν) εσπέρα 1. ο βραδινός, ο εσπέριος 2. εκκλ. το αρσ. ως ουσ. ο εσπερινός (ενν. ύμνος) η εκκλησιαστική
    858 bytes (80 words) - 11:25, 14 January 2019
  • -α, -ο (ΑΜ ἑσπέριος, -ία, -ον και -ος, -ον) εσπέρα 1. ο βραδινός, ο εσπερινός 2. αυτός που βρίσκεται δυτικά, ο δυτικός 3. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἑσπερία η χώρα
    804 bytes (72 words) - 14:20, 14 January 2019
  • ἕσπερος, -ον, θηλ. και ἑσπέρα (Α) 1. ο εσπερινός, ο βραδινός («ἕσπερος ἀστήρ», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που βρίσκεται προς τα δυτικά («ἕσπεροι τόποι», Καλλ.)
    1 KB (127 words) - 14:25, 14 January 2019
  • -ή, -ό, Ν 1. εσπερινός, βραδινός 2. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) ο σπερνός ή το σπερνό η ακολουθία του εσπερινού 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα σπερνά α)
    766 bytes (66 words) - 11:15, 14 January 2019
  • προηγούμενης ημέρας, αυτός που έγινε ή συνέβη χθες βράδυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < χθεσινός + βραδινός. Η λ., με τη γρφ. χθεσινοβραδυνός, μαρτυρείται από το 1885 στην εφημερίδα
    571 bytes (45 words) - 12:44, 29 September 2017
  • κ. -σπερνός, -ή, -ό εσπερινός, βραδινός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    101 bytes (15 words) - 06:57, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Επιρρ. αλάργα και παραγωγική κατάλ. –ινός, με συμφυρμό προς τη λ. βραδινός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    274 bytes (26 words) - 06:20, 29 September 2017
  • Καλλίας) (N. 6.38) ἕσπερος, -ον, θηλ. και ἑσπέρα (Α) 1. ο εσπερινός, ο βραδινός («ἕσπερος ἀστήρ», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που βρίσκεται προς τα δυτικά («ἕσπεροι
    16 KB (1,598 words) - 17:15, 8 July 2020
  • ραϊδινός, -ή, -ό, Ν, και ῥοδανός και ῥαδαλός και ραδανός, -ή, -όν και αιολ. τ. βραδινός, -ίνα, -ον, Α (για μέλη του σώματος και για πρόσ.) 1. λεπτοκαμωμένος, βεργολυγερός
    2 KB (193 words) - 12:25, 29 September 2017
  • σπερινός και σπερνός και εσπερνός, -ή, -ό (ΑΜ ἑσπερινός, -ή, -όν) εσπέρα 1. ο βραδινός, ο εσπέριος 2. εκκλ. το αρσ. ως ουσ. ο εσπερινός (ενν. ύμνος) η εκκλησιαστική
    2 KB (165 words) - 11:20, 14 January 2019
  • West, Od. 8.29. -α, -ο (ΑΜ ἑσπέριος, -ία, -ον και -ος, -ον) εσπέρα 1. ο βραδινός, ο εσπερινός 2. αυτός που βρίσκεται δυτικά, ο δυτικός 3. το θηλ. ως ουσ
    7 KB (647 words) - 16:42, 8 July 2020
  • ἕσπερος. -ον, Α προσέσπερος 1. (σχετικά με ώρα, με χρόνο) εσπερινός, βραδινός 2. αυτός που βρίσκεται προς τη δύση, ο δυτικός (α. «τὰ προσεσπέρια τῆς
    2 KB (157 words) - 17:30, 1 July 2020
  • μετά το μεσημέρι, προς το βράδυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δείελος «απογευματινός, βραδινός» (πρβλ. δείλη «δειλινό»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    489 bytes (32 words) - 06:31, 29 September 2017
  • μετά το μεσημέρι, προς το βράδυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δείελος «απογευματινός, βραδινός» (πρβλ. δείλη «δειλινό»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (80 words) - 16:15, 8 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)