Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βραβεῖον" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἀπονέμειν Vett.Val.275.28, cf. 165.12. 3 β.· στάδιον Hsch. Source: βραβεῖον βραβεῖον, -ου, τό (< βραβεύς, an umpire), a prize in the games: I Co 9:24;
    5 KB (496 words) - 16:00, 30 June 2020
  • ἔνθεμα, ἀρετή, ἄριστος, ἆθλος, ἀνταπόδομα, ἀέθλιον, ἆθλον, ἀριστεῖον, βραβεῖον, ἀξία
    275 bytes (13 words) - 06:50, 22 August 2017
  • το (AM βραβεῑον, Α και βραήϊον, ιων. τ.) βραβεύω έπαθλο, τιμητική διάκριση νεοελλ. δίπλωμα τιμητικής διάκρισης, μετάλλιο ή κύπελλο. Αναζήτηση σε: Google
    292 bytes (28 words) - 06:24, 29 September 2017
  • βραβεία, βράβευμα, διαιτητικός, δίκη, διαίτησις, βραβεῖον, δίαιτα
    163 bytes (7 words) - 06:49, 22 August 2017
  • 原文音譯:brabeÚw 布拉表哦 詞類次數:動詞(1) 原文字根:裁判 字義溯源:仲裁,裁決,治理,作主;源自(βραβεῖον)=獎賞);而 (βραβεῖον)出自(βραβεῖον)X*=裁判) 出現次數:總共(1);西(1) 譯字彙編: 1) 作主(1) 西3:15
    10 KB (1,005 words) - 22:05, 7 July 2020
  • παρὰ Πινδ. καὶ ἅπαξ παρὰ Σοφ. (Τρ. 506 ἐν λυρικῷ χωρίῳ). Τὸ βραβεῖον τοῦ ἀγῶνος, βραβεῖον, ἀμοιβή, Ἰλ. Ψ. 413, 620, κτλ.· συχνὸν παρὰ Πινδ. (ἂν καὶ τὸ
    11 KB (1,026 words) - 15:32, 8 July 2020
  • 116Α, Β· θησαυρὸς, κατάθεμα, Ἑβδ. (Σιράχ. Λ΄, 19). 2) τὸ προκείμενον ὡς βραβεῖον, ἆθλον, Συλλ. Ἐπιγρ. 2758. 1, 2, 2759, 2954Β, κ. ἀλλ.· ἴδε Pearson Ignat
    10 KB (777 words) - 14:20, 7 July 2020
  • 1. 29· στέφανον προτιθέναι, προτείνω βραβεῖον, Θουκ. 2. 46· στ. λαχεῖν, δέχεσθαι, λαμβάνω, αἴρομαι τὸ βραβεῖον, Πινδ. Ο. 10 (11). 73, Π. 1 ἐν τέλ. - Οἱ
    40 KB (3,784 words) - 19:35, 7 July 2020
  • Derivatives: βράβευμα decision of a judge (S.), βραβεία decision (E.), βραβεῖον prize (Men.). Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably] Etymology:
    9 KB (858 words) - 22:10, 7 July 2020
  • κτλ. ΙΙ. στέφανος, πλόκος σελίνων, ὁ ἐκ σελίνων στέφανος ὁ διδόμενος ὡς βραβεῖον κατὰ τοὺς Ἰσθμικοὺς ἀγῶνας, Πινδ. Ο. 13. 45· μυρσίνης πλόκοι Εὐρ. Ἠλ. 778·
    5 KB (397 words) - 15:55, 4 July 2020
  • Scaur. de orthogr. (VII) 14, 11. Βάκχος, διάδημα, ἀνάδημα, εἰρεσιώνη, βραβεῖον, βασίλειος corona coronae N F :: crown; garland, wreath; halo/ring;
    10 KB (1,416 words) - 01:45, 28 February 2019
  • βραβεῖον
    37 bytes (1 word) - 06:47, 22 August 2017
  • θεμᾰτικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς θέμα: 1) ἐκεῖνος δι’ ὃν πρόκειται βραβεῖον, ἀγών θ. = ἀργυρίτης, ἀντίθ. στεφανίτης καὶ φυλλίτης, Πολύδ. Γ΄, 153· ῥυθμὸς
    5 KB (349 words) - 09:00, 8 July 2020
  • δευτερεῖα: (ἐνν. ἆθλα), τά, τὸ δεύτερον βραβεῖον ἐν ἀγῶνι, ἐντεῦθεν, ἡ δευτέρα θέσις ἢ τάξις, δ. νέμειν τινὶ Ἡρόδ. 1. 32· δευτερείοισι ὑπερβάλλειν ὁ αὐτ
    1 KB (118 words) - 14:30, 4 July 2020
  • (φέρω) ὁ φέρων νίκην, δίκη Αἰσχύλ. Χο. 148. ΙΙ. (φέρομαι) ὁ λαμβάνων τὸ βραβεῖον, νικητής, Πινδ. Ο. 1. 185· ν. ἀγλαΐα, ἡ δόξα τῆς νίκης, αὐτόθι 13. 19·
    4 KB (367 words) - 15:43, 4 July 2020
  • 487, Ἡρόδ. 2. 136., 4. 195, Εὐρ. Ἄλκ. 254, Θουκ. 2. 84· χορηγούμενον ὡς βραβεῖον, Συλλ. Ἐπιγρ. 2360. 30, 31. 2) τὸ ξύλον τοῦ δόρατος, Λουκ. Τόξ. 55. οῦ
    9 KB (727 words) - 15:00, 4 July 2020
  • ἆθλα Πλάτ. Νόμ. 832Ε. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., νικητήριον (ἐξυπακ. ἆθλον), τό, τὸ βραβεῖον τῆς νίκης, Ζεῦ σὸν τὸ ν. Ἀριστοφ. Ἱππ. 1253· τὸν βοῦν ἔλαβε τὸ ν. Ξεν.
    8 KB (683 words) - 09:50, 8 July 2020
  • καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(βραβεύω)=仲裁)組成;其中 (βραβεύω)出自(βραβεῖον)=獎賞),而 (βραβεῖον)出自(βραβεῖον)X*=裁判) 出現次數:總共(1);西(1) 譯字彙編: 1) 奪去⋯獎賞(1) 西2:18
    5 KB (485 words) - 18:08, 7 July 2020
  • καθόλου τῆς νίκης τὸ ἆθλον, βραβεῖον, τοῦ γὰρ τεχνάζειν ἡμέτερος ὁ π., ὡς πρὸς τὰ στρατηγήματα εἰς ἡμᾶς ἁρμόζει τὸ βραβεῖον, Ἀριστοφ. Θεσμ. 94, πρβλ. Ἱππ
    4 KB (372 words) - 12:40, 8 July 2020
  • πόλεως οἱ περιστέφοντες αυτήν, Σοφ. Ἀντ. 122, πρβλ. Ο. Κ. 14. 2) στέφανος ὡς βραβεῖον νίκης, Πινδ. Π. 12. 9· σελίνων Ι. 2. 22. 3) ἐν τῷ πληθ., ὁ τόπος ἔνθα στέφανοι
    9 KB (689 words) - 15:28, 2 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)