Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βόαξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • βόα, βόωψ, ἴωψ. • Etimología: Etim. dud. Quizá rel. c. βοή. Source: βόαξ βόαξ: ᾱκος, стяж. βῶξ, βῶκος ὁ бок (колючеперая рыба, близкая к ершу) Arph
    3 KB (247 words) - 22:55, 2 January 2019
  • for βόαξ (q. v.). [Seite 469] zszg. = βόαξ, w. m. s. βῶξ: βωκός, ὁ, συνῃρ. ἀντὶ βόαξ. v. βόαξ. Source: βῶξ βῶξ: βῶκος ὁ стяж. Arst. = βόαξ.
    608 bytes (30 words) - 18:04, 31 December 2018
  • Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search bōx: bōcis, m., = βώξ, βόαξ, I a sea-fish, otherwise unknown, Plin. 32, 11, 53, § 145. In Paul. ex Fest
    1 KB (199 words) - 00:00, 28 February 2019
  •    A v. βόαξ. βόηξ: ηκος, ὁ, Ἰων. ἀντὶ τοῦ βόαξ, Νουμήν. (Ἀθην. 286F). v. βόαξ. Source: βόηξ
    459 bytes (17 words) - 12:07, 21 August 2017
  • otro n. de la boga de mar Ar.Byz.Fr.409, Hsch., Cyran.ll.cc., Phot.l.c., cf. βόαξ. Source: βόωψ
    795 bytes (68 words) - 12:21, 21 August 2017
  • ο (AM βῶξ) (συνηρ. τ. του βόαξ) νεοελλ. ονομασία ψαριών του γένους Box ή Boops, γόπα ή σάλπα αρχ. είδος ψαριού που κάνει βοή και που θεωρείται ως ιερό
    754 bytes (69 words) - 07:01, 29 September 2017
  • βόωψ, βόαξ
    42 bytes (2 words) - 06:40, 22 August 2017
  • Βόωψ ο γνήσιος 2. αποτσίγαρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βώπα < μτγν. βωξ (συνηρ. τ. του βόαξ) ή βόωψ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    399 bytes (31 words) - 07:02, 29 September 2017
  • βόαξ
    28 bytes (1 word) - 07:40, 22 August 2017
  • von βοή), fem. βοᾶτις (αὐδά) laut (A. in lyr.). Hierher auch der Fischname βόαξ, βόηξ, βῶξ (Epich., Ar., Arist. u. a.)?; vgl. Strömberg Fischnamen 66, Björck
    20 KB (2,135 words) - 13:00, 3 October 2019
  • бок = πλεύρωμα, πλάγιον, βόαξ, βῶξ, κοῖλον, λαγών, πλευρά, πλευρή, τοῖχος, ἐπιφάνεια Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    202 bytes (46 words) - 17:26, 13 October 2019