Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βόλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • *gu̯el- de βάλλω q.u. como βολίς, βολεών, βόλιμος, etc. Source: βόλος ο (AM βόλος) το ρίξιμο των διχτυών νεοελλ. μικρή σφαίρα από γυαλί, πηλό ή άλλο
    9 KB (838 words) - 06:20, 10 January 2019
  • βέλος, αυτό που τοξεύει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (II) + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. πυρο-βόλος, σφαιρο-βόλος. (II) -ο (ΑΜ ἰοβόλος, -ον) 1. αυτός που χύνει δηλητήριο
    2 KB (98 words) - 13:05, 8 January 2019
  • σκορπίζει γύρω του λάμψη, φωτοβόλος, λαμπρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκτὶς (-ίνα) + -βόλος < βάλλω. ΠΑΡ. ἀκτινοβολία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    607 bytes (36 words) - 06:25, 29 September 2017
  • που αναδίδει θερμότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θερμ(ο)- + -βόλος < βάλλω (πρβλ. ακοντο-βόλος, δικτυο-βόλος, ιχθυο-βόλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    473 bytes (28 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ἰχθυβόλος αλιέας, ψαράς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. ιππο-βόλος, λιθο-βόλος. Ο τονισμός στην παραλήγουσα προσδίδει ενεργ. σημ
    1 KB (81 words) - 14:15, 14 January 2019
  • ἀμυστίζειν (Eur., Cycl. 565). Liquid: V. χεῦμα, τό. Draught of fishes: V. βόλος, ὁ. Draught of air: P. and V. πνεῦμα, τό, Ar. and V. πνοή, ἡ. adj. Draught
    684 bytes (71 words) - 09:36, 21 July 2017
  • αστραφτερός («φωτοβόλο πρόσωπο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο)- + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. λιθο-βόλος, πυρο-βόλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    960 bytes (58 words) - 13:00, 29 September 2017
  • το (Μ βόλι[ο]ν) σφαίρα, βλήμα μσν. ζάρι κύβος. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. του αρχ. βόλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    245 bytes (24 words) - 07:01, 29 September 2017
  • (I) -έω, Α σπέρνω σιτάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρός «σίτος» + -βολῶ (< -βόλος < βάλλω), πρβλ. λιθο-βολώ]. (II) -έω, Ν πυροβόλος 1. (αμτβ.) βάλλω με πυροβόλο όπλο
    771 bytes (47 words) - 11:50, 9 January 2019
  • Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search γυργαθός, βόλος, βροχίς, βρόχος, δίκτυ, ἀρκύλον, δικτύφιον, δίκτυον, ἄρκυον, ἄρκύς, ἄγρευμα
    768 bytes (67 words) - 07:19, 22 August 2017
  • που μοσχοβολά, που ευωδιάζει. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοσχ(ο)- + -βόλος (< βάλλω), πρβλ. κεραυνο-βόλος, λιθο-βόλος. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στον Α. Βλαστό]. Αναζήτηση
    618 bytes (44 words) - 07:27, 29 September 2017
  • νερό («ὑδροβόλοι δρόσοι», επιγρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)- + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. πυρο-βόλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    461 bytes (27 words) - 12:47, 29 September 2017
  • ιξευτής, ο κυνηγός πτηνών με ιξόβεργα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιξός + -βόλος (< βάλλω) πρβλ. δισκο-βόλος, ιο-βόλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    589 bytes (42 words) - 14:15, 14 January 2019
  • θηρία, που φιλοξενεί άγρια ζώα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θηρίο + -βολος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. εκατη-βόλος, εκη-βόλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    504 bytes (30 words) - 06:36, 29 September 2017
  • φέγγος + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. κεραυνο-βόλος. -η, -ο, Ν αυτός που λάμπει από το φως που πέφτει πάνω του. [ΕΤΥΜΟΛ. < φέγγος + -βολος (< βόλος < βάλλω)
    1 KB (71 words) - 12:25, 10 January 2019
  • του 2. νοήμονος, συνετός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰθύς (Ι) + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. ακοντο-βόλος, πυρο-βόλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    620 bytes (39 words) - 07:19, 29 September 2017
  • κοπέλα ως εκδήλωση της αγάπης του. [ΕΤΥΜΟΛ. < μήλο + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. δισκο-βόλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    493 bytes (31 words) - 07:38, 29 September 2017
  • βέλος, αυτό που τοξεύει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (II) + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. πυρο-βόλος, σφαιρο-βόλος. (II) -ο (ΑΜ ἰοβόλος, -ον) 1. αυτός που χύνει δηλητήριο
    5 KB (379 words) - 12:25, 10 January 2019
  • ευφυΐας και ανώτερης πνευματικότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπινθήρ(ας) + -βολῶ (< -βόλος < βάλλω), πρβλ. ῥιζο-βολῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    753 bytes (40 words) - 12:31, 29 September 2017
  • καλόγνωμος, συγκαταβατικός, βολικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -βολος (< βολή [II]), πρβλ. ά-βολος, κακό-βολος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    426 bytes (25 words) - 07:20, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)