Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βύζην" on this wiki. See also the other search results found.

  • D.T.276.24, 562.29. • Etimología: De *βυσ-δην, cf. βυνέω. Source: βύζην βύζην επίρρ. (Α) στενά, πυκνά, σφιχτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < βυσδην < (θ.) βυσ- του αορ
    3 KB (246 words) - 20:30, 9 January 2019
  • ἀπεφεισμένως, βύζην, ἁδρός, ἀμφιλαφής, γεννικός, ἁλής
    140 bytes (6 words) - 06:49, 22 August 2017
  • χιόνια έκλεισαν τον δρόμο» β. «τοὺς μὲν οὖν ἔσπλους ταῖς ναυσὶν ἀντιπρῴροις βύζην κλῄσειν ἔμελλον», Θουκ.) 3. εγκλείω, περιορίζω κάτι ή κάποιον σε έναν χώρο
    8 KB (564 words) - 07:24, 29 September 2017
  • βύζην, ἐναολλής, ἀολλής, ἁπαξάπας, ἅπας
    110 bytes (5 words) - 07:22, 22 August 2017
  • βύζην, βρύγδην
    50 bytes (2 words) - 06:55, 22 August 2017
  • βύζην, βρύγδην
    50 bytes (2 words) - 06:37, 22 August 2017
  • γαῦρον δὲ καὶ μέγα, Hsch. πυκνόν. συνετόν. γαῦρον δὲ καὶ μέγα Hsch., cf. βύζην. Source: βυζόν
    423 bytes (18 words) - 12:02, 21 August 2017
  • ἀναβολάδην, βύζην
    57 bytes (2 words) - 06:48, 22 August 2017
  • παρα-, προ-, Derivatives: βύσμα plug (Hp.), βύστρα id. (Antiph.); adv. βύζην (< *βύσ-δην, s. below) closely (Hp.), with βυζόν πυκνόν, συνετόν, γαῦρον
    6 KB (594 words) - 14:25, 2 October 2019
  • closely, Hsch. s.v. βύζην. [Seite 560] vollgedrückt, Hesych. v. βύζω. πεπιασμένως: ἢ -εσμένως, Ἐπίρρ., «ζουλιχτὰ», Ἡσύχ. ἐν λ. βύζην.
    748 bytes (27 words) - 10:20, 5 August 2017
  •    4 stow or tuck away, τι ὑπὸ τῇ πτέρυγι Ael.NA11.18. (Root βυτ-, cf. βύζην (<Βυσ-δην) , βύσ-τρα; cf. ζέβυται· σέσακται, Hsch.) [Seite 468] nur Sp
    13 KB (1,111 words) - 06:20, 10 January 2019
  • Adv., (παραβύω)    A gloss on βύζην, Sch.Luc. Lex.2. [Seite 472] adv. part. perf. pass. zu παραβύω, vollgestopft, Schol. Luc. Lexiph. 2. παραβεβυσμένως:
    1 KB (55 words) - 12:13, 29 September 2017
  • dicht op elkaar = βύζην, πυκνός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    52 bytes (35 words) - 07:35, 10 January 2019
  • вплотную = ἀγχοῦ, ἄγχι, ἀγχίμολον, ἐπισχεδόν, σωματικῶς, συσταδόν, σχεδόν, βύζην, ἄχρι, ἄχρις, σχεδόθεν, διαμπερές Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    260 bytes (48 words) - 03:55, 14 October 2019
  • плотно = συνηρεφής, βύζην, πυκινῶς, ἀραρότως, στιβαρῶς, σφιγκτά, ἁρμοστῶς, στεγανῶς, ἐντυπάς, παγίως Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь |
    231 bytes (46 words) - 16:30, 13 October 2019