Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βύω" on this wiki. See also the other search results found.

  • βύσας περιφέρει Ael.NA 11.18, βύω, τὸ ἀσφαλίζω Hdn.Epim.10, cf. Hsch., Sud., Zonar. • Etimología: v. βυνέω. Source: βύω βύω (Α) κλείνω, αποφράσσω, ταπώνω
    13 KB (1,111 words) - 06:20, 10 January 2019
  • ἐγκρυφιάζω, ἀπερύκω, ἀμαλδύνω, ἐγκατορύσσω, ἀποκρύβω, ἐγκρύβω, ἐγκρύπτω, εἰλύω, βύω, ἀφανίζω, ἀφαντόω, ἐκκλέπτω, ἀμφικρύπτω, ἀντεπικρύπτω, διακρύπτω, ἐγκρύφω
    614 bytes (26 words) - 06:47, 22 August 2017
  • ἀποστομόω, ἀποσάττω, ἐμπλάσσω, βύω, βύζω, ἀποφράγνυμι, ἐγγεμίζω, ἐμβύω, διαβύζω, διακαμμύω, ἐμμοτέω, βυνέω, ἀπασφαλίζω
    288 bytes (13 words) - 06:39, 22 August 2017
  • ἀμφικαλύπτω, βύω, ἀφανίζω, ἀποφράσσω, ἀποβύω, ἀποφράγνυμι, ἀδηλόω, διασκεπάζω, δυοχόω, ἀντεμφράττω, ἐμβύω
    258 bytes (11 words) - 06:53, 22 August 2017
  • ἐμφράσσω, ἀποτυφλόω, ἀποτυφλώττω, ἐμπλάσσω, βύω, ἀποφράσσω, ἀντιπταίω, ἀντισκοτέω, ἀποχώννυμι, ἀντιβαδιάζω, ἀντικοτέω, ἀποβύω, ἀποφράγνυμι, ἐνστήκω, διασφίγγω
    406 bytes (16 words) - 07:14, 22 August 2017
  • βυνῶ (-έω) (Α) βύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. βύω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    136 bytes (16 words) - 07:01, 29 September 2017
  •    A = βύω, χρυσίῳ… ἐβύνουν τὸ στόμα Ar.Pax645. [Seite 467] praes. u. impf., att. = βύω, Ar. Pax 628 τὸ στόμα χρυσίῳ; cf. διαβύνω. βῠνέω: βύω, χρυσίῳ
    6 KB (594 words) - 14:25, 2 October 2019
  • Μεταπλασμένος τ. της λ. ἀκροποσθία, πιθ. κατά παρετυμολογική σύνδεση με το ρ. βύω «κλείνω, φράζω, βουλλώνω». ΠΑΡ. αρχ. ἀκρόβυστος]. Αναζήτηση σε: Google |
    977 bytes (74 words) - 06:49, 29 September 2017
  • ατος, τό, (βύω)    A plug, bung, Hp.Mul.2.114 (pl.), Ar.Fr. 299; Στίλπωνος βύσματα Stilpo's stoppers, i. e. arguments with which he stopped his opponents'
    2 KB (204 words) - 17:56, 31 December 2018
  • D. Cass. 56, 29. 72, 24. – 2) βύζω, βύσω, Nebenform von βύω, VLL. βύζω: (Α), μέλλ. βύσω, (βύω) συμβαίνω συχνά, βύζεται (βύζει;) Ἀρεταῖ. Αἰτ. Ὀξ. Παθ.
    2 KB (124 words) - 12:21, 21 August 2017
  • Étymologie: νόος, βύω. νουβυστικός, -ή, -όν (Α) συνετός, μυαλωμένος. επίρρ... νουβυστικῶς (Α) συνετά, μυαλωμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νοῦς + βύω «κλείνω, αποφράσσω»]
    2 KB (135 words) - 04:30, 10 January 2019
  • ἔσπλους ταῖς ναυσὶν κλῄσειν Thuc.; ὠστιζόμενοι Luc.). βύζην βύω adv., dicht op elkaar. [βύω] close pressed, closely, Thuc.
    3 KB (246 words) - 20:30, 9 January 2019
  • other elementary formations] Etymology: Familiar word, from βυνέω (s. v.), βύω, etc., either with reduplication or with -βος. On words in -βός s. Chantr
    1 KB (105 words) - 14:25, 2 October 2019
  • auch allein, Sturmwind, Lycophr. 756; plur. 184. βύκτης: -ου, ὁ, (βύζω, βύω) φουσκώνων, ἠχητικός, παταγώδης, ἄνεμοι βύκται Ὀδ. Κ. 20, κατὰ γεν. πληθ.
    5 KB (464 words) - 14:25, 2 October 2019
  • ενος, ὁ, ἡ, (βύω)    A short-necked, Ar.Fr.725 (v.l. for μεσαύχ-), Xenarch.1.4. [Seite 468] ενος, ὁ, der den Hals zwischen die Schultern steckt, ein
    2 KB (135 words) - 17:56, 31 December 2018
  • γέμω, βύω, ἐνιπλήθω, ἀχθοφορέω
    88 bytes (4 words) - 06:52, 22 August 2017
  • enfoncer. Étymologie: παρά, βύω. Α παρεμβάλλω, παραγεμίζω 2. μπήγω 3. φράζω («παραβύειν τὰ ὦτα», Σέξτ. Εμπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + βύω «κλείνω, αποφράσσω»]
    3 KB (257 words) - 05:05, 10 January 2019
  • uncircumcised = heathendom (LXX, NT), prob. with euphemistic folketymology after βύω (EM 53, 47, Blass-Debrunner $ 120, 4). Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
    7 KB (668 words) - 15:45, 2 October 2019
  • ον, (βύω)    A stopped up with wax, ὦτα Luc.Lex.1. ος, ον : dont les oreilles sont bouchées par la saleté. Étymologie: κυψελίς, βύω. κυψελόβυστος,
    1 KB (63 words) - 07:28, 1 January 2019
  • σύρβη / τύρβη «ταραχή, θόρυβος», ενώ το β' συνθετικό συνδέεται πιθ. με το ρ. βύω «κλείνω, ταπώνω, φράζω» (πρβλ. τον τ. που παραδίδει ο Ησύχ. βύττος γυναικὸς
    648 bytes (53 words) - 12:52, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)