Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γέλως" on this wiki. See also the other search results found.

  • nominat. γέλως Odyss. 8, 344 οὐδέ Ποσειδάωνα γέλως ἔχε, 343 ἐν δὲ γέλως ὦρτ' ἀθανάτοισι θεοῖσιν, 326 und Iliad. 1, 599 ἄσβεστος δ' ἄρ' ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι
    26 KB (2,597 words) - 15:05, 4 July 2020
  • ἰσχυρὸς γέλως = hearty laughter, inextinguishable laughter ⇢ Look up "ἰσχυρὸς γέλως" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    88 bytes (28 words) - 21:10, 3 July 2020
  • and V. γέλως, ὁ, κατάγελως, ὁ, V. κερτόμησις, ἡ, P. χλευασία, ἡ, χλευασμός, ὁ. insult: P. and V. ὕβρις, ἡ. object of mockery: P. and V. γέλως, ὁ, κατάγελως
    540 bytes (53 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. γέλως, ὁ. mockery: P. and V. γέλως, ὁ, κατάγελως, ὁ, V. κερτόμησις, ἡ, P. χλευασία, ἡ, χλευασμός. ὁ. object of malicious laughter: V. ἐπίχαρμα
    444 bytes (45 words) - 09:16, 20 May 2020
  • επιχειρήματα) παράδοξος, αντιφατικός 3. (πληθ. ουδ.) τὰ γελοῑα τα αστεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γέλως (πρβλ. αιδοίος- αιδώς, ηοίος- ηώς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    916 bytes (68 words) - 06:26, 29 September 2017
  • συμβουλεύομαι πίνακα 8. (για ψυχικά πάθη) καταλαμβάνω («ἰδόντα δὲ τὸν Κροῑσον γέλως εἰσῆλθεν») 9. (για σκέψη) περνώ από το μυαλό. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (179 words) - 07:06, 29 September 2017
  • and P. σκῶμμα, τό. amusement: P. and V. παιδιά, ἡ. laughter: P. and V. γέλως, ὁ. speak in jest: P. and V. παίζων εἰπεῖν. P. and V. σκώπτειν (Eur., Cyclops
    714 bytes (61 words) - 12:18, 1 June 2020
  • their games, Id.Lg.798c; π. καὶ φλυαρία, λῆροι καὶ π., σκώμματα καὶ π., γέλως καὶ π., Id.Cri.46d, Prt.347d, Plu.2.59b, 456e; παιδιᾷ πεπαῖσθαι to be done
    9 KB (789 words) - 13:35, 4 July 2020
  • Ar. and P. σκῶμμα, τό. γέλοιον, τό. laughter: P. and V. γέλως, ὁ. sport: P. and V. παιδιά, ἡ. speak in joke: P. and V. παίζων εἰπεῖν. P. and V. σκώπτειν
    736 bytes (63 words) - 08:53, 20 May 2020
  • P. and V. γέλως, ὁ, κατάγελως, ὁ, V. κερτόμησις, ἡ, P. χλευασία, ἡ, χλευασμός, ὁ. ⇢ Look up "derision" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    302 bytes (32 words) - 09:17, 20 May 2020
  • διασυρμός, αἰσχύνη, διασυρτικός, γελωτός, γελαστός, γελοιώδης, ἐγκαταγέλαστος, γέλως
    246 bytes (10 words) - 07:20, 22 August 2017
  • acc. poét. de γέλως. γέλων: Soph., Eur. acc. к γέλως.
    130 bytes (10 words) - 18:00, 31 December 2018
  • κοροϊδία 2. το αντικείμενο της χλεύης, ο καταγέλαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + γέλως. Ο τ. περίγελος < περίγελο]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    552 bytes (35 words) - 12:16, 29 September 2017
  • acc. épq. de γέλως. γέλω en γέλων, zie γέλως.
    127 bytes (9 words) - 06:15, 10 January 2019
  • ἐνῶρτο γέλως θεοῖσιν, στο ίδ. ἐνόρνῡμι: 1) возбуждать, вызывать (γόον τινί Hom.; θάρσος παντὶ στρατῷ Eur.); 2) med.-pass. возникать (ἐνῶρτο γέλως θεοῖσιν
    5 KB (430 words) - 14:30, 3 July 2020
  • Ar. and P. παίγνιον, τό (gen.), or use prey. object of mockery: P. and V. γέλως, ὁ, κατάγελως, ὁ, V. ὕβρισμα, τό. P. and V. παίζειν, V. ἀθύρειν; (also
    1 KB (142 words) - 09:16, 20 May 2020
  • and V. γέλως, ὁ, κατάγελως, ὁ, V. κερτόμησις, ἡ, P. χλευασία, ἡ, χλευασμός, ὁ. insult: P. and V. ὕβρις, ἡ. object of ridicule: P. and V. γέλως, ὁ, κατάγελως
    2 KB (221 words) - 09:16, 20 May 2020
  • πρωτότοκος ἀποπνέων LXX4 Ma.15.18.    3 change, νόημα AP9.114 (Parmen.):—Pass., ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος -τραπήτω v.l. in Ep.Jac.4.9; μετατραπεὶς τῇ διανοίᾳ Aristeas99
    7 KB (552 words) - 18:15, 1 July 2020
  • See cask. target: P. and V. σκοπός, ὁ. object of laughter: P. and V. γέλως, ὁ. butt-end: P. στύραξ, ὁ, στυράκιον, τό. ⇢ Look up "butt" on Perseus
    453 bytes (45 words) - 08:56, 20 May 2020
  • laughter: P. and V. γέλως, ὁ. pleasure: P. and V. ἡδονή, ἡ. pastime: P. and V. παιδιά, ἡ, διατριβή, ἡ. way of spending time: P. and V. διατριβή, ἡ. holidaymaking:
    797 bytes (106 words) - 08:52, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)