Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γίννος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο γίννος: ὁ, v. l. γῖννος, γιννός, γῖνος, ἵννος, ἴννος и др. увечный или больной мул (γ. ἐστὶ
    3 KB (327 words) - 22:10, 7 July 2020
  • [Seite 493] auch γῖνος u. γιννός geschrieben, ὁ, hinnus, das Junge des Maulesels, Arist. H. A. 7, 24 de gen. anim. 2, 8. Bei Strab. kleines, verkrüppeltes
    250 bytes (28 words) - 19:51, 2 August 2017
  • ἴννος: ὁ, = γίννος, ὃ ἴδε. ἴννος: ἰννός и ἵννος ὁ Arst. v. l. = γῖννος. 1 Meaning: child H Origin: see on ἶνις son, daughter. 2 Grammatical information:
    2 KB (210 words) - 18:45, 8 July 2020
  • κυηθῆναι, Hsch. (cf. γίννος, ἴννος). Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ὕννος: ὁ, ἡμαρτημ. γραφ. ἀντὶ ἴννος, ἴδε ἐν λ. γίννος.
    519 bytes (27 words) - 11:35, 5 August 2017
  • auch ἰννός geschr., = γίννος u. ὕννος. ἴννος, ὁ (Α) ο γίννος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για μτγν. τ. της λ. γίννος, που έχει την ίδια σημ
    525 bytes (47 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἴννος, ὁ (Α) ο γίννος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για μτγν. τ. της λ. γίννος, που έχει την ίδια σημ. Στη λατ. μαρτυρείται η δάνεια λ. hinnus]
    356 bytes (37 words) - 06:36, 29 September 2017
  • Non. 122, 4 sq.; Col. 6, 37, 5.— II Transf., in the form ginnus, i, m., = γίννος, a little stunted mule: non aliter monstratur Atlas cum compare ginno, Mart
    1 KB (244 words) - 03:21, 28 February 2019
  • γίννος Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    32 bytes (14 words) - 06:45, 22 August 2017
  • L.6.33, Eu.Luc.14.13, 21 •fig. ἀνάπηρον ψυχήν Pl.R.535d. 2 débil, canijo γίννος, τοῦτο δ' ἐστὶν ἡμίονος ἀνάπηρος Arist.GA 748b34, cf. D.Chr.3.21. 3 subst
    5 KB (390 words) - 14:25, 8 July 2020
  • ὁ,= γίννος (q.v.):—also ἴννους· παῖδας, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    291 bytes (13 words) - 17:35, 8 July 2020
  • γίννος Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    32 bytes (14 words) - 06:55, 22 August 2017
  • Wikipedia LA | Google Translator | LSJ ginnus, ī, m. (γίννος), c. hinnus. ginnus, ī, m. (γίννος) = hinnus, w. s.
    200 bytes (46 words) - 09:14, 15 August 2017
  • больной мул = γίννος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    36 bytes (38 words) - 04:55, 14 October 2019
  • увечный = χωλός, ἔμπηρος, διάστροφος, λιπόγυιος, ἠπεδανός, πηρός, γίννος, κολοβός, ἀνάπηρος, γυιός, πηρομελής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    245 bytes (47 words) - 10:00, 15 October 2019
  • Theocr. 22, 69; Ael. V. H. 12, 12; auch γὐνις geschrieben, B. A. 11; vgl. γιννός. γύννις: -ιδος, ὁ, γυναικώδης ἀνήρ, ποδαπὸς ὁ γύννις, ἐπὶ τοῦ Βάκχου,
    3 KB (307 words) - 23:25, 24 November 2020