Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γίννος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 8.174, Str.4.6.2, Mart.6.77.7, Phlp.in GA 129.21. Source: γίννος και γιννός, ο (Α γίννος και γῑνος). νεοελλ. γόνος αρσενικού ίππου και θηλυκής όνου αρχ
    3 KB (301 words) - 23:25, 2 January 2019
  • [Seite 493] auch γῖνος u. γιννός geschrieben, ὁ, hinnus, das Junge des Maulesels, Arist. H. A. 7, 24 de gen. anim. 2, 8. Bei Strab. kleines, verkrüppeltes
    250 bytes (28 words) - 19:51, 2 August 2017
  • γαστρὶ νοσήσας, πρὶν κυηθῆναι, Hsch. (cf. γίννος, ἴννος). ὕννος: ὁ, ἡμαρτημ. γραφ. ἀντὶ ἴννος, ἴδε ἐν λ. γίννος.
    519 bytes (22 words) - 11:35, 5 August 2017
  • auch ἰννός geschr., = γίννος u. ὕννος. ἴννος, ὁ (Α) ο γίννος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για μτγν. τ. της λ. γίννος, που έχει την ίδια σημ
    525 bytes (47 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἴννος, ὁ (Α) ο γίννος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για μτγν. τ. της λ. γίννος, που έχει την ίδια σημ. Στη λατ. μαρτυρείται η δάνεια λ. hinnus]
    356 bytes (37 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἴννος: ὁ, = γίννος, ὃ ἴδε. ἴννος: ἰννός и ἵννος ὁ Arst. v. l. = γῖννος. 1 Meaning: child H Origin: see on ἶνις son, daughter. 2 Grammatical information:
    1 KB (117 words) - 01:42, 3 January 2019
  • Non. 122, 4 sq.; Col. 6, 37, 5.— II Transf., in the form ginnus, i, m., = γίννος, a little stunted mule: non aliter monstratur Atlas cum compare ginno, Mart
    1 KB (244 words) - 03:21, 28 February 2019
  • L.6.33, Eu.Luc.14.13, 21 •fig. ἀνάπηρον ψυχήν Pl.R.535d. 2 débil, canijo γίννος, τοῦτο δ' ἐστὶν ἡμίονος ἀνάπηρος Arist.GA 748b34, cf. D.Chr.3.21. 3 subst
    5 KB (361 words) - 16:10, 9 January 2019
  • γίννος
    32 bytes (1 word) - 06:45, 22 August 2017
  • γίννος
    32 bytes (1 word) - 06:55, 22 August 2017
  • ὁ,= γίννος (q.v.):—also ἴννους· παῖδας, Hsch.
    319 bytes (8 words) - 22:11, 8 February 2013
  • Wikipedia LA | Google Translator | LSJ ginnus, ī, m. (γίννος), c. hinnus. ginnus, ī, m. (γίννος) = hinnus, w. s.
    200 bytes (46 words) - 09:14, 15 August 2017
  • Theocr. 22, 69; Ael. V. H. 12, 12; auch γὐνις geschrieben, B. A. 11; vgl. γιννός. γύννις: -ιδος, ὁ, γυναικώδης ἀνήρ, ποδαπὸς ὁ γύννις, ἐπὶ τοῦ Βάκχου,
    3 KB (304 words) - 12:05, 9 January 2019