Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γενέθλη" on this wiki. See also the other search results found.

  • οἱ ἓξ ἐγένοντο ἐνὶ μεγάροισι γενέθλη (v. l. γενέθλης); vom Silber, Iliad. 2. 857 τηλόθεν ἐξ Ἀλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γενέθλη. – Ap. Rh. 2, 521; Soph. El
    9 KB (866 words) - 22:35, 7 July 2020
  • παράλληλος τ. του γενέθλη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο γένεθλον: τό, 1. = γενέθλη, γένος, καταγωγή
    4 KB (305 words) - 14:40, 4 July 2020
  • βλάστημα, ἔκτοκον, ἀνάθρεμμα, ἐκτροφή, βρέφος, γόνος, γενέθλη, ἔγγονον, ἀναγωγή, γέννημα, ἔκγονος, δρόσος
    258 bytes (12 words) - 06:40, 22 August 2017
  • βλαστός, γονεά, γονή, γόνος, ἔξαιμα, γενέθλη, ἔγγονον, Εἰλείθυια, γέννα, γενεά, ἔκγονος, δρόσος
    236 bytes (12 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἕδρα, ἔκφυσις, ἔνστασις, αὐτοφυΐα, γόνος, βαλβίς, γενέθλη, ἀρχηγός, γέννα, γέννημα, ἀρχεγονία, γένεσις, ἀρχαιογονία, ἀρχή, γενάρχης, ἀφορμή
    337 bytes (16 words) - 07:14, 22 August 2017
  • ἀρότρευμα, ἔκφανσις, ἔκφυσις, βλαστός, ἐγκυμόνησις, γονή, γόνος, ἔκτασις, γενέθλη, γονεία, ἀπογέννησις, γέννα, γενεά, γένεσις, ἀπότεξις, γέννησις
    347 bytes (16 words) - 07:07, 22 August 2017
  • ἔκφυσις, γονή, γόνος, γενέθλη, γέννα, γέννημα, γενεά, γενετή, γεννητή, γένεσις, διάθρωσις, ἀπότεξις, διεκβολή, γέννησις, διέκπτωσις, ἀντολίη
    333 bytes (16 words) - 07:13, 22 August 2017
  • γονή, ἔξαιμα, γένεθλον, γενέθλη, ἔθνος, γέννα, γενεά, γένεσις, γενάρχης
    180 bytes (9 words) - 06:41, 22 August 2017
  • γονή, γένεθλον, γενέθλη, γέννα, γενεά, δόμος, αἷμα
    133 bytes (7 words) - 07:11, 22 August 2017
  • ἄροτος, γενέθλη, ἔθνος, γέννα, γενεά, γενάρχης, αἷμα
    139 bytes (7 words) - 06:46, 22 August 2017
  • γενέθλη, ἔθνος, γέννα, γενεά, βίος, γένεσις, ἀταύρωτος
    142 bytes (7 words) - 06:57, 22 August 2017
  • ὕδωρ, Il. 2, 307; ἐξ Ἐνετῶν, ὅθεν ἡμιόνων γένος, 852; ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γενέθλη, von daher, wo des Silbers Ursprung ist, ib. 857; γένος δέ μοι ἔνθεν, ὅθεν
    15 KB (1,470 words) - 17:45, 8 July 2020
  • ἀποκάλυψις, γονή, γενέθλη, γέννησις
    97 bytes (4 words) - 06:54, 22 August 2017
  • ), -τλον n. Pflanze (Epigr. Nikomedia); wohl für -θλη, -θλον (vgl. z.B. γενέθλη und Schwyzer 533); daneben φύτρα· φύσις, οἱ δὲ φυτήρια H. (vgl. Georgacas
    8 KB (935 words) - 16:10, 2 October 2019
  • γενέθλα: ἡ дор. = γενέθλη.
    75 bytes (4 words) - 18:00, 31 December 2018
  • baneful, ἀταρτηροῖς ἐπέεσσιν Il.1.223; of a person, Μέντορ ἀταρτηρέ Od.2.243; γενέθλη Hes.Th.610; στόμα Πόντου Theoc.22.28; of wild beasts, Q.S.4.223, 12.40.
    6 KB (456 words) - 15:14, 8 July 2020
  • Paeon, the physician of the gods, Il.5.401,899, cf. Pi.P.4.270; Παιήονος γενέθλη, i.e. physicians, Od.4.232.    2 title of Apollo (later as epith., Ἀπόλλωνι
    20 KB (1,703 words) - 21:55, 7 July 2020
  • husk, peel, rind, γενέθλη Nic.Th.136; ἀθέρων στάχυς ib.803. [Seite 32] mit einer Hülfe, Schale versehen, στάχυς, Nic. Th. 803, γενέθλη, in einer Schale
    2 KB (110 words) - 15:10, 2 July 2020
  • ἀρτιγένεθλος, -ον (Α) ο νεογέννητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι- + αρχ. γενέθλη «γέννηση»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    302 bytes (19 words) - 06:58, 29 September 2017
  • tutélaires ou protecteurs de la famille; II. qui engendre. Étymologie: γενέθλη. γενέθλιος    a ancestor of one's family Ζηνὶ γενεθλίῳ as ancestor of
    13 KB (1,262 words) - 22:20, 7 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)