Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γερουσία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Δωρικῶν πολιτειῶν ἡ ἱερὰ γερουσία ἢ -ωσία Keil Inscrr. σ.92, Müller Δωρ. 3. 6· πρβλ. γέρων·-ὡσαύτως τῶν Καρχηδονίων ἡ γερουσία, Ἀριστ. Πολ. 9. 11, 3· καὶ
    8 KB (825 words) - 13:15, 3 October 2019
  • P. συνέδριον, τό. Senate: P. and V. βουλή, ἡ. Spartan senate: P. and V. γερουσία, ἡ. Assembly: P. and V. σύλλογος, ὁ, σύνοδος, ἡ. Of the council, adj: P
    427 bytes (48 words) - 09:26, 21 July 2017
  • σχηματίστηκε από το θηλ. οὖσα της μτχ. ὤν, ὄντος με κατάλ. -ία (πρβλ. γέρων: γερουσία). Η λ. χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην αττ. διάλ.]. Αναζήτηση σε: Google |
    4 KB (351 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ἡ. Senate house: P. and V. βουλευτήριον, τό. Spartan senate: P. and V. γερουσία, ἡ. Resolution of the senate: P. προβούλευμα, τό. Look up senate on Perseus
    366 bytes (44 words) - 10:01, 21 July 2017
  • γερουσία, διαπρέσβευσις, ἀγγελισμός, ἀπόκρισις, αἵρεσις
    141 bytes (5 words) - 06:46, 22 August 2017
  • νομοθετικό σώμα, τη βουλή, ή από δύο νομοθετικά σώματα, τη βουλή και τη γερουσία ή την άνω και κάτω βουλή ή τη βουλή τών κοινοτήτων και τη βουλή τών λόρδων
    1 KB (92 words) - 07:24, 29 September 2017
  • (AM ἐπερωτῶ, -άω) νεοελλ. υποβάλλω επερώτηση στη Βουλή ή στη Γερουσία αρχ.-μσν. ρωτώ, ζητώ να μάθω («ἐπερωτῶντας θυσίαις καὶ οἰωνοῑς ὅ, τι τε χρὴ ποιεῑν
    1 KB (84 words) - 12:35, 15 February 2019
  •    A = γερουσία, X.Lac.10.1. [Seite 486] ἡ, Versammlung der Geronten in Sparta, Xen. Lac. 10, 1, = γερουσία. γεροντία: ἡ, Λακων. τύπος τοῦ Γερουσία, Ξεν
    1 KB (77 words) - 18:04, 31 December 2018
  • δοῦμος, γερουσία, ἀρχεῖον, ἔθνος
    94 bytes (4 words) - 06:45, 22 August 2017
  • Νόμ. 692A, Ἀριστ. Πολ. 2. 6, 17, κτλ. καὶ ἐν ἄλλαις Δωρ. πόλεσι (πρβλ. γερουσία), ὡς ἐν Ἤλιδι, αὐτόθι Ε. 6, 11· ἐν Κρήτῃ, αὐτόθι 2. 10, 6· πρβλ. πρέσβυς
    23 KB (2,257 words) - 13:20, 3 October 2019
  • form of γερουσία, Ar.Lys.980 (γερωχία codd.); cf. γερωνία, Hsch. [Seite 486] ἡ, Conj. für γερωσία. γερωΐα: ἡ, Λακων. τύπος τοῦ γερουσία, Ἀριστοφ.
    2 KB (104 words) - 18:16, 31 December 2018
  • γερουσία, βουλευτήριον
    66 bytes (2 words) - 07:21, 22 August 2017
  • Χρηματολογία αναγκαστικό δάνειο που επιβλήθηκε το 1822 από την Πελοποννησιακή Γερουσία για τη χρηματοδότηση του απελευθερωτικού Αγώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρηματολογώ
    657 bytes (48 words) - 19:41, 28 September 2017
  • v. γερουσία. Source: γερωχία γερωχία: ἡ v. l. = γερωΐα. γερωχία, ἡ kom. Lac. voor γερουσία.
    189 bytes (15 words) - 06:20, 10 January 2019
  • ἡ,    A membership of a γερουσία, OGI 534 (Ephesus).
    465 bytes (9 words) - 20:17, 8 February 2013
  • οῦ, ὁ,    A member of a γερουσία, Plb.7.9.1, IG7.2808.17 (Hyettus, iii B. C.). [Seite 486] ὁ, Rathsherr, Inscr.; Pol. 7, 9, 1. γερουσιαστής: -οῦ, ὁ
    2 KB (152 words) - 06:26, 29 September 2017
  • [Seite 487] ἡ, od. γερωχία, γερωΐα, Ar. Lys. 980, laconisch, = γερουσία.
    177 bytes (11 words) - 19:18, 2 August 2017
  • SENATVOS, S. C. de Bacch.; dat. senato, Quint. 1, 6, 27), m. senex; like γερουσία from γέρων; cf. Cic. Rep. 2, 28, 51; id. Sen. 6, 19, the council of the
    10 KB (1,676 words) - 06:15, 28 February 2019
  • γερουσία
    36 bytes (1 word) - 07:20, 22 August 2017
  • -ή, -ό αυτός που ανήκει ή αρμόζει στους γερουσιαστές ή στη Γερουσία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    143 bytes (21 words) - 07:01, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)