Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γεωργός" on this wiki. See also the other search results found.

  • etc., Pl.Tht.178d, Ael.NA7.28; γεωργός ὄχλος = the peasantry, D.H.10.53; γεωργός βίος prob. in Ar.Pax589; δένδρων ὧν γεωργός αἵδε αἱ χεῖρες Philostr.VA2.26
    6 KB (605 words) - 15:48, 4 July 2020
  • -οῦ, ὁ 1 Georgo e.e. Campesino epít. de Zeus en Atenas IG 22.1367.12 (I d.C.). 2 οἱ Γεωργοί los georgos pueblo de Escitia, junto al río Danubio, Ephor
    300 bytes (39 words) - 12:22, 21 August 2017
  • ἐργασιών, ὁ (Α) εργασία γεωργός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 07:13, 29 September 2017
  • (θηλ. Α -ις, Ν -ισσα) αυτός που ζει και εργάζεται στους αγρούς, χωρικός, γεωργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός. ΠΑΡ. αγροτιά, αγροτικός. ΣΥΝΘ. αγροτοπατέρας]. (II) ἀγρότης
    625 bytes (42 words) - 12:08, 8 January 2019
  • ἄγραυλος, ἀγρώστης (Soph., Fragment). See rural. Ar. and P. ἄγροικος, ὁ, γεωργός, ὁ, P. and V. αὐτουργός, ὁ, ἐργάτης, ὁ, V. ἀγρώστης, ο, χωρίτης, ὁ (Soph
    620 bytes (53 words) - 09:16, 20 May 2020
  • εργάτες του εργοστασίου») μσν. 1. δούλος, υποτακτικός 2. υπηρέτης αρχ. 1. γεωργός, ξωμάχος 2. εργατικός, δραστήριος («καίτοι γ’ ἐστί σώφρων κἀργάτης», Αριστοφ
    2 KB (143 words) - 06:32, 29 September 2017
  • (-έω) (AM γεωργῶ, -έω) γεωργός καλλιεργώ τη γη, είμαι γεωργός αρχ.-μσν. καλλιεργώ, προάγω, βελτιώνω αρχ. 1. παράγω 2. ασχολούμαι συστηματικά με κάτι 3
    427 bytes (35 words) - 06:26, 29 September 2017
  • opposed to townsman: Ar. and P. ἄγροικος, ὁ, γεωργός, ὁ, P. and V. αὐτουργός, ὁ, ἐργάτης, ὁ, V. ἀγρώστης, ὁ, χωρίτης, ὁ (Soph., Fragment), γῄτης, ὁ, γαπόνος
    564 bytes (54 words) - 08:54, 20 May 2020
  • P. and V. αὐτουργός, ὁ, ἐργάτης, ὁ, Ar. and P. γεωργός, ὁ, V. γῄτης, ὁ, γαπόνος. ὁ. farmer of revenues: Ar. and P. τελώνης, ὁ. ⇢ Look up "farmer" on
    406 bytes (42 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ἐργαστήρ, -ῆρος, ό, θηλ. ἐργαστρίς, -ίδος (Α) εργάζομαι 1. εργάτης, γεωργός 2. (για τον Ήφαιστο) σιδηρουργός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    258 bytes (25 words) - 06:32, 29 September 2017
  • τακτικά, εύφορος αγρός», αντίστοιχα, με τη σημ. τών εργασιών που εκτελεί ο γεωργός για να βελτιώσει και να αυξήσει την παραγωγικότητα του εδάφους, οδήγησε
    5 KB (403 words) - 12:10, 29 September 2017
  • θηλ. ἡ ἰατρός η μαία 2. φρ. α) «ἰατρῶν παῑδες» — ιατροί β) «γῆς ἰατρός» — γεωργός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γιατρός. ΠΑΡ. ιατρικός αρχ. ιάτρια, ιατρίνη (αρχ. -μσν
    3 KB (198 words) - 14:30, 14 January 2019
  • χωρίτης, ὁ (Soph., Fragment), γῄτης, ὁ, γαπόνος, ὁ. farmer: Ar. and P. γεωργός, ὁ. ⇢ Look up "peasant" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    420 bytes (41 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. αὐτουργός, ὁ, ἐργάτης, ὁ, Ar. and P. γεωργός, ὁ, V. γῄτης, ὁ, γαπόνος, ὁ. ⇢ Look up "husbandman" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    317 bytes (34 words) - 09:17, 20 May 2020
  • γεωργούμενος οἶνος Gp.6.7.2. from γεωργός; to till (the soil): dress. γεωργῷ: (present passive γεωργοῦμαι); (γεωργός, which see); to practise agriculture
    12 KB (1,200 words) - 22:15, 7 July 2020
  • χαμερπὴς τὴν διάνοιαν Γρηγ. Ναζ. τ. 1, σ. 451Α, κλπ. - Καθ. Ἡσύχ.: «χαμερπής· γεωργός, ὁ ἐν τῇ γῇ κοιμώμενος». Ἐπίρρ. -πῶς, «ἐξηγοῦνται ταῦτα ταπεινῶς καὶ χαμερπῶς»
    2 KB (169 words) - 14:11, 1 July 2020
  • γεωργικές εργασίες αρχ. 1. ο έμπειρος γεωργός 2. ως ουσ. αυτός που αγαπά τις αγροτικές ασχολίες, ο καλός, ο άξιος γεωργός 3. φρ. «γεωργικόν βιβλίον» — σύγγραμμα
    9 KB (861 words) - 22:18, 7 July 2020
  • -woko (πρβλ. tokosowoko = τοξοFοργός), αφ’ ετέρου δε από σύνθετα του τύπου γεωργός, δαμιοργός (ιων., αρκ.) παράλληλα προς το ομηρ. δημιοεργός. Τα πολυπληθή
    21 KB (1,123 words) - 12:24, 15 February 2019
  • ἄγροικος, γεωργός, αὐτουργός, ἐργάτης, ἀγρώστης, χωρίτης, γῄτης, γαπόνος ⇢ Look up "opposed to townsman" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    196 bytes (27 words) - 10:21, 23 May 2020
  • αἱ γεωργίαι terre cultivée, ferme (cf. franç. une culture). Étymologie: γεωργός. -ας, ἡ I 1cultivo de la tierra, agricultura abstr. considerada junto
    8 KB (756 words) - 14:50, 4 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)