Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γηοῦχος" on this wiki. See also the other search results found.

  • land-holding, Eust.1392.23; cf. γαιήοχος. γηοῦχος: -ον, (ἔχω) ὁ ἔχων, κατέχων γῆν, Εὐστ. 1392. 23, πρβλ. γαιήοχος. γηοῡχος, -ον (Μ) αυτός που έχει γη, ο ιδιοκτήτης
    918 bytes (45 words) - 07:01, 29 September 2017
  • γηοῡχος, -ον (Μ) αυτός που έχει γη, ο ιδιοκτήτης γης. [ΕΤΥΜΟΛ. < γη + -ούχος < έχω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    332 bytes (23 words) - 07:02, 29 September 2017
  • γεουχικός, ή, όν, POxy.1638.15 (iii A. D.). [Seite 484] = γηοῦχος, VLL. γεοῦχος: -ον, = γηοῦχος, Συλλ. Ἐπιγρ. 1086, Ἐκκλ. v. Γαιήοχος. -ου, ὁ • Alolema(s):
    2 KB (234 words) - 07:02, 29 September 2017
  • slang.gr | Κάτο γαιήοχος: (ἔχω), Δωρ. γαιά-οχος, -ον, I. ποιητ. αντί γηοῦχος, αυτός που βαστά, συγκρατεί, περικλείει τη γη, λέγεται για τον Ποσειδώνα
    8 KB (665 words) - 06:20, 10 January 2019
  • νομίζει ὅτι τὸ ῥῆμα τοῦτο εἶναι παλαιὸς τύπος τοῦ ποδουχέω (πρβλ. γαιήοχος, γηοῦχος, πολίοχος, πολιοῦχος), καὶ διορθοῖ εὖ ποδούχει (ἀντὶ εὖ ἐποδώκει), διηύθυνεν
    2 KB (113 words) - 09:24, 31 December 2018
  • γητόμος, γηφάγος, γηφαγώ αρχ.-μσν. γεούχος, γεωφάνειον μσν. γεωμαχώ, γηούχος μσν.-νεοελλ. γεωπετής νεοελλ. γεωβιολογία, γεωδιονομία, γεώβιος, γεωβοτανική
    10 KB (684 words) - 07:02, 29 September 2017