Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γλαμυρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • •aunque quizá acuático según glos. a γλαμυρούς EM 232.45G. Source: γλαμυρός γλαμυρός, -ά, -όν (Α) τσιμπλιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος διαλεκτικός τ. του γλάμων
    2 KB (200 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ες,    A = γλαμυρός, EM232.44. γλαμώδης: -ες, (εἶδος) = τῷ προηγ., Ε. Μ. 232. 42. -ες legañosoglos. a γλαμυρός Hsch., cf. EM 232.44G. Source: γλαμώδης
    864 bytes (47 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ἀδηφάγος, γαστρίμαργος, γλαμυρός, βρωτικός, βορός, ἄβορος, ἀχόρταστος, βοσκάς
    191 bytes (8 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ἐνύδριος, γλαμυρός, ἔνυγρος, δυτικός, ἔνυδρος
    121 bytes (5 words) - 06:39, 22 August 2017
  • ‘húmedo’. Source: γλάμων γλάμων, -ον (Α) ο γλαμυρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γλάμων (καθώς και οι παράλληλοί του γλαμυρός και γλαμώδης) προήλθε από τη γλώσσα του Ησύχ
    4 KB (276 words) - 20:45, 9 January 2019
  • γλαμώδης, γλεμώδης, γλαμυρός, γλάμων
    98 bytes (4 words) - 06:43, 22 August 2017
  • ες,    A = γλαμυρός, Gal.19.91. γλημώδης: -ες, (εἶδος) = γλαμυρός, Γαλην. Λεξ. Ἱππ. σ. 452, Ἡσύχ. -ες acuosoglos. a γλαμυρός Gal.19.91. Source: γλημώδης
    1,014 bytes (59 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ἐνυγρόβιος, γλεμώδης, γλαμυρός
    85 bytes (3 words) - 07:11, 22 August 2017
  • γλαμυρός
    36 bytes (1 word) - 07:19, 22 August 2017
  • • DMic.: da-ra-mu-ro (?), cf. γλαμυρός. Source: Δλαμυρός
    76 bytes (9 words) - 12:00, 21 August 2017
  • - ὁ Ἱππ. 943, ἔχει καὶ λημίαι, αἱ. Πιθανῶς ἐκ τῆς √ΓΛΑΜ, πρβλ. γλᾰμάω, γλαμυρός, γλάμων, Λατ. gram-ia, gram-iosus· ἴδε Γγ. Ι.) ης (ἡ) : chassie ; αἱ
    6 KB (490 words) - 12:40, 15 February 2019
  • (gramiæ), chassieux : *Cæcil. d. Non. 119, 19. grāmiōsus, a, um (gramiae) = γλαμυρός, voller Augenbutter, triefend, oculi (ὀφθαλμοὶ γλαμυροί), Triefaugen, Caecil
    640 bytes (99 words) - 09:25, 15 August 2017
  • αλμυρός, βδελυρός, βλοσυρός, γλαφυρός, ισχυρός, λιγυρός, οχυρός, ψαθυρός·αρχ. γλαμυρός, θαμυρός, ἐχυρός, καπυρός, κινυρός, λαμυρός, λεπυρός, μινυρός, οιζυρός
    2 KB (158 words) - 12:59, 29 September 2017
  •    A gloss on γλαμυρός, Hsch. [Seite 1213] υ, unter Thränen, Hesych. ὑπόδακρυς: υ, ὀλίγον τι ἔνδακρυς, Ἡσύχ. -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος
    920 bytes (38 words) - 12:59, 29 September 2017