Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γυναικεῖος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Hippocr. Arist. – Adv. γυναικείως, z. B. πικραίνομαι Plat. Legg. V, 731 d. γυναικεῖος: -α, -ον, Αἰσχύλ. Χο. 630, 678, ὡσαύτως, ος, ον, Εὐρ. Ι.Α. 233· Ἰων. γυναικήιος
    21 KB (2,099 words) - 13:20, 3 October 2019
  • και γυναικείος, -α, -ο (AM γυναικείος, -α, -ον Α και γυναικήιος, -η, -ον Μ και γυναικείος, -α, -ον) Ι. 1. αυτός που ανήκει σε γυναίκα ή προορίζεται γι'
    2 KB (128 words) - 07:02, 29 September 2017
  • slayers: V. θηλυκτόνος Ἄρης (Aesch., P. V. 860). Of a woman, adj.: P. and V. γυναικεῖος. Woman shaped: V. θηλύμορφος, γυναικόμορφος. Woman voiced: Ar. γυναικόφωνος
    1 KB (127 words) - 16:04, 28 August 2017
  • γυναικεῖον: τό, ἴδε το ἑπόμ. ου (τό) : pudendum muliebre. Étymologie: γυναικεῖος.
    190 bytes (11 words) - 19:51, 9 August 2017
  • δμωΐς, γυναικεῖος, βολίζη, ἀποφράση, ἅβρα, δουλεύτρια, ἄνθρωπος, γυνή, δοῦλος
    195 bytes (9 words) - 06:40, 22 August 2017
  • P. ἄνανδρος, Ar. and V. μαλθακός (also Plat. but rare P.), P. and V. γυναικεῖος, V. γυναικόμιμος, γυναικόφρων (Eur., Frag.), θηλύνους, Ar. θηλύφρων.
    418 bytes (47 words) - 09:40, 16 November 2019
  • adj. P. and V. θῆλυς. Like a woman: P. and V. γυναικεῖος; see womanish. Grammatically: Ar. θῆλυς. Look up feminine on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    601 bytes (101 words) - 10:11, 15 August 2017
  • γυναικεῖος, ἀποκάθαρσις, ἀφεδρεία, ἄφεδρος, ἐμμήνιος, ἔμμηνος
    158 bytes (6 words) - 06:38, 22 August 2017
  • adj. Ar. and P. μαλακός, τρυφερός, P. ἄνανδρος, P. and V. γυναικεῖος, Ar. and V. μαλθακός (also Plat. but rare P.), V. γυναικόμιμος, γυναικόφρων (Eur.
    963 bytes (124 words) - 10:09, 15 August 2017
  • ἄνανδρος, Ar. and V. μαλθακός (also Plat. but rare P.). Womanish: P. and V. γυναικεῖος, V. γυναικόμιμος, γυναικόφρων, θηλύνους; see effeminate. Look up unmanly
    403 bytes (45 words) - 10:07, 21 July 2017
  • γυναικεῖος, δίκη, γνώμων, ἀγωγή
    90 bytes (4 words) - 07:19, 22 August 2017
  • [Seite 510] ΐη, ϊον, Her., = γυναικεῖος. ion. c. γυναικεῖος. γῠναικήϊος: и 3 ион. = γυναικεῖος.
    286 bytes (14 words) - 07:44, 31 December 2018
  • δῶρα geschenken voor een vrouw Od. 11.521. γύναιος: Hom. = γυναικεῖος. = γυναικεῖος I. γύναια δῶρα presents made to a woman, Od. II. as Subst., little
    5 KB (429 words) - 20:45, 9 January 2019
  • -α, -ο βλ. γυναικείος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    70 bytes (13 words) - 07:02, 29 September 2017
  • :—   A of or for a man, στέγη dub. in A.Fr.124; θαἰμάτια Ar.Ec.75; opp. γυναικεῖος, Id.Th.154, Archipp.6D., Pl.R. 451c, X.Mem.2.7.5; πέπλοι Theoc.28.10 (where
    17 KB (1,491 words) - 16:00, 9 January 2019
  • αὐτοκιβώτιον, ἕδρα, δωμάτιον, γυναικεῖος, ἐνοικητήριον, ἐγκοίμησις, ἑδώλιον, δόμος, αὐλή, διατριβή, ἑδραῖος, δίαιτα, ἀναστροφή
    306 bytes (13 words) - 06:46, 22 August 2017
  • γυναικεῖος, γυναικωνῖτις, γυναικών
    94 bytes (3 words) - 06:39, 22 August 2017
  • γυναικεῖος, γύναιος, γυναικώδης
    87 bytes (3 words) - 07:13, 22 August 2017
  • adj. P. and V. γυναικεῖος. Look up womanly on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    138 bytes (22 words) - 10:09, 21 July 2017
  • for γυναικεῖος (q. v.). γῠναικήιος: -η, -ον, ἱων. ἀντὶ γυναικεῖος, Ἡρόδ. v. γυναικεῖος. Source: γυναικήιος γυναικήιος Ion. voor γυναικεῖος.
    588 bytes (22 words) - 06:32, 1 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)