Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γώνιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • (VI d.C.). 2 subst. τὸ γ. cierta estancia παλαίστρας Mnemos.l.c. Source: γώνιος
    931 bytes (65 words) - 12:23, 21 August 2017
  • την ίδια μαγνητική απόκλιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -γώνιος (< γωνία), πρβλ. αμβλυ-γώνιος, ορθο-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    784 bytes (51 words) - 07:19, 29 September 2017
  • κατά τρόπο ορθογώνιο, κατά ορθή γωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορθ(ο)- + -γώνιος (< γωνία), πρβλ. οξυ-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (82 words) - 12:10, 29 September 2017
  • γώνιος, ἐνδημία, ἐνδιαίτησις, ἐνοίκησις, διαμονή, διατριβή, ἐμπολίτευσις, δίαιτα, ἀναστροφή
    223 bytes (9 words) - 07:05, 22 August 2017
  • γωνιώδης, γωνιοειδής, γώνιος, ἐγγωνοειδής, ἐγγώνιος
    132 bytes (5 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ουδ. ως ουσ. σώμα με οξείες γωνίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + γωνία (πρβλ. αμβλυ-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    633 bytes (49 words) - 12:10, 29 September 2017
  • αυτός που έχει γωνιώδη κοιλότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοῖλος + -γώνιος (< γωνία), πρβλ. αμβλυ-γώνιος, οξυ-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (51 words) - 06:41, 29 September 2017
  • γωνιαῖος (Pl. Kom.), γωνιήϊος (Delphi), γωνιώδης (Hp.), γωνιακός (Procl.); γώνιος (pap. VIp); - γωνιάζω (Porph.) with γωνιασμός (Ar.); γωνιόομαι (Dsc.) with
    11 KB (1,087 words) - 13:15, 3 October 2019
  • κατά τρόπο ορθογώνιο, κατά ορθή γωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορθ(ο)- + -γώνιος (< γωνία), πρβλ. οξυ-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (143 words) - 01:12, 1 January 2019
  • αρχ. το ουδ. ως ουσ. το ἀμβλυγώνιον αμβλεία γωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμβλὺς + -γώνιος < γωνία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    480 bytes (32 words) - 06:24, 29 September 2017
  • την ίδια μαγνητική απόκλιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -γώνιος (< γωνία), πρβλ. αμβλυ-γώνιος, ορθο-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (96 words) - 22:12, 31 December 2018
  • πιθ. γωνία σε δωμάτιο ή γωνία δρόμου. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -γώνιος (< γωνία), πρβλ. παρα-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (64 words) - 12:35, 29 September 2017
  • v. γώνιος. Source: γούνιος
    36 bytes (4 words) - 12:07, 21 August 2017
  • γώνιος
    32 bytes (1 word) - 06:47, 22 August 2017
  • -ον (Α) αυτός που έχει ζυγό αριθμό γωνιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτιο- (< άρτιος) + -γώνιος < γωνία (πρβλ. ισογώνιος, οξυγώνιος, ορθογώνιος)]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (58 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ουδ. ως ουσ. σώμα με οξείες γωνίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + γωνία (πρβλ. αμβλυ-γώνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (106 words) - 07:16, 31 December 2018
  • Aj104, either pause from battle, or strenuous rest (oxymoron, cf. Sch.). ἀ-γώνιος (B), ον,    A without angle, ἀ. σχῆμα ὁ κύκλος Arist.Metaph. 1020a35, cf
    8 KB (738 words) - 11:20, 10 January 2019
  • αρχ. το ουδ. ως ουσ. το ἀμβλυγώνιον αμβλεία γωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμβλὺς + -γώνιος < γωνία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (141 words) - 06:51, 29 September 2017
  • εὐγώνιος: расположенный правильными углами, т. е. прямоугольный Xen., Arst. εὐ-γώνιος, ον [γώνια] with regular angles, Xen.
    2 KB (122 words) - 22:40, 9 January 2019
  • -ον (Α) αυτός που έχει ζυγό αριθμό γωνιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτιο- (< άρτιος) + -γώνιος < γωνία (πρβλ. ισογώνιος, οξυγώνιος, ορθογώνιος)]. Αναζήτηση σε: Google
    488 bytes (27 words) - 11:10, 23 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)