Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δάνος" on this wiki. See also the other search results found.

  • (I) δάνος, ο (Α) ο θάνατος. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου για τον θάνατο]. (II) το (AM δάνος) το δάνειο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δάνος πιθ. αποτελεί
    6 KB (482 words) - 14:25, 2 October 2019
  • -ου Dano una fuente del Jordán, I.AI 1.177. Source: Δάνος
    73 bytes (12 words) - 12:23, 21 August 2017
  • το (AM δάνειον, Α και δάνιον) δάνος χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος με την υποχρέωση να το επιστρέψει ολόκληρο ή με δόσεις με ή χωρίς τόκο («παίρνω
    2 KB (128 words) - 07:02, 29 September 2017
  • δάνειον: τό (δάνος), δάνειο, δανεικά, πίστωση, σε Δημ. δάνειον: (ᾰ) τό заем, ссуда под проценты или долг Dem., Arst., Plut. δάνειον -ου, τό [δάνος] lening:
    5 KB (568 words) - 13:20, 3 October 2019
  • v. 2 Δάν. Source: Δανός
    32 bytes (5 words) - 12:22, 21 August 2017
  • ἐν στομάτεσσι Call.Fr.278, cf. Paus.Gr.δ 4, Hsch., Phot.l.c. Source: δανός δανός, -ή, -όν (Α) καμένος, ξερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαFεσνός (πρβλ. δάος)]. Αναζήτηση
    3 KB (209 words) - 20:40, 9 January 2019
  • , aor. ἐδανείσθην X.HG2.4.28, D.33.12: pf. δεδάνεισμαι Id.36.5, 49.53: (δάνος):—put out money at usury, lend, IG12.302.56, Ar.Th.842, al.; more fully,
    17 KB (1,790 words) - 13:18, 3 October 2019
  • dañar Hsch., Phot.δ 47 •maced. matar Hsch., cf. δάνος, -ου, ὁ. Source: δανέω
    123 bytes (14 words) - 12:09, 21 August 2017
  • (δαί Od. 24.1): dry, Od. 15.322†.
    69 bytes (8 words) - 15:25, 15 August 2017
  • Δάνος
    30 bytes (1 word) - 06:59, 22 August 2017
  • cf. δανέω, δάνος, -ου, ὁ. Source: δανοτής δανοτής (-ῆτος), η (Α) το να είναι κανείς θνητός. [ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη η λ. δανοτής < δανός «ξερός» ενώ
    1 KB (73 words) - 06:26, 29 September 2017
  • 2. το κόκκινο χρώμα της ρίζας του φυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερυθρός + -δανον ή -δανός, το οποίο αποτελεί παρέκταση του ονοματικού επιθήματος -δών, -δονος (πρβλ
    939 bytes (68 words) - 07:13, 29 September 2017
  • but in Il.1.42, al., for the Greeks generally (but expl. as = νεκροί (cf. δάνος (B)), EM247.49): Com.Sup.Δαναώτατος Ar.Fr.259:—Δαναΐδαι, ῶν, οἱ, the sons
    6 KB (648 words) - 14:30, 2 October 2019
  • δοτήρ, δόσις, δῶρον, δάνος, κτλ.· πρβλ. τὰ Σανσκρ. da, dadâmi (δίδωμι), dâtâ (dator), dânam (donum, πρβλ. danunt ἀντὶ dant, δάνος)· Λατ. da-re, dator,
    111 KB (13,228 words) - 13:25, 3 October 2019
  • ἔμπυρος, ἀστρόπληκτος, αἰθός, δανός
    99 bytes (4 words) - 07:19, 22 August 2017
  • etwa von dem Oppositum κελαινός?). — Zu -νος in γλῆνος vgl. κτῆνος, ἄφενος, δάνος, auch γάνος usw. (Chantraine Formation 420, Schwyzer 512f., Porzig Satzinhalte
    14 KB (1,318 words) - 14:31, 2 October 2019
  • «ἠπεδανὸν πῡρ» — χαμηλός πυρετός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηπε-δανός, πιθ. ιων. τ. αβέβαιης ετυμολ., κατά τα ριγε-δανός, πευκε-δανός, χωρίς να μαρτυρείται, όμως, τ. σε -δων,
    7 KB (623 words) - 14:45, 2 October 2019
  • = κακοποιῶν, κτείνων. Étymologie: mot macédonien, cf. δάνος².
    120 bytes (7 words) - 19:51, 9 August 2017
  • lening = δάνειον, δάνεισμα, δάνος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    76 bytes (34 words) - 09:20, 10 January 2019
  • «ἠπεδανὸν πῡρ» — χαμηλός πυρετός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηπε-δανός, πιθ. ιων. τ. αβέβαιης ετυμολ., κατά τα ριγε-δανός, πευκε-δανός, χωρίς να μαρτυρείται, όμως, τ. σε -δων,
    2 KB (134 words) - 07:17, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)