Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δέρμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • 548, δέρμα ἀγρίου αἰγός Odyss. 14, 50, δέρμα ἐλάφοιο Odyss. 13, 436, φωκάων δέρματα Odyss 4, 436, ὀίων τε καὶ αἰγῶν δέρματα Odyss. 14, 519, δέρμα βοός
    23 KB (2,279 words) - 13:20, 3 October 2019
  • -οῦ, (ἴδε ἐν τέλ.) τὸ δέρμα ζῶντος ἀνθρώπου, Ἰλ. Ε. 308, Ὀδ. Ε. 426, 435, κτλ.· σπανίως τὸ δέρμα νεκροῦ, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 152· τὸ δέρμα ἀνθρώπου νομιζομένου
    11 KB (1,059 words) - 14:10, 31 January 2019
  • ετυμολ. Κατά τη συνηθέστερη άποψη, ο τ. συνδέεται με τα σκῦτος «δέρμα» και ἐπισκύνιον «το δέρμα του μετώπου πάνω από τα φρύδια», γεγονός που γεννά σημασιολογικές
    2 KB (161 words) - 15:20, 15 January 2019
  • επαλείφω η ενέργεια του επαλείφω, η επίχριση νεοελλ. ιατρ. η επίχριση πάνω στο δέρμα ή σε βλεννογόνο φαρμακευτικής ουσίας σε ρευστή μορφή, για να απορροφηθεί
    450 bytes (42 words) - 07:10, 29 September 2017
  • και ὁ, Α 1. το δέρμα ζωντανού ανθρώπου (α. «ὦσε δ' ἀπὸ ῥινὸν τρηχὺς λίθος», Ομ. Ιλ. β. «ῥινοὶ ἀπέδρυφθεν», Ομ. Οδ.) 2. (σπανίως) το δέρμα νεκρού («ῥινὸν
    2 KB (168 words) - 12:26, 29 September 2017
  • και δ. γρφ. προβειά, η, Ν 1. δέρμα, δορά προβάτου είτε στη φυσική της κατάσταση είτε μετά από κατεργασία 2. (κατ' επέκτ.) δέρμα ζώου, τομάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ
    824 bytes (67 words) - 15:25, 15 January 2019
  • (Μ γδέρνω) 1. (για ζώα) αφαιρώ το δέρμα 2. (για μέλη του σώματος) τραυματίζω νεοελλ. 1. (για άνθρωπο) κακοποιώ, βασανίζω 2. εκμεταλλεύομαι κάποιον οικονομικά
    898 bytes (60 words) - 07:01, 29 September 2017
  • ρίχνω πέρα, παρατώ 3. χάνω 4. παραπέμπω 5. (για ζώα) χάνω το τρίχωμα, το δέρμα κ.λπ. και βγάζω νέο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    928 bytes (76 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ἔμπλαστρος, η) φαρμακευτικό παρασκεύασμα το οποίο τοποθετείται ή επικολλάται στο δέρμα για να προκληθεί φαρμακευτική ενέργεια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    362 bytes (33 words) - 07:08, 29 September 2017
  • το νάκος «δέρμα» (πρβλ. αγγλοσαξ. noesc «δέρμα») ή με το αγ-σκός (πρβλ. αρχ. ινδ. aja-) φαίνονται αβάσιμοι. Η λ. ασκός αρχικά δηλώνει «το δέρμα γδαρμένου
    3 KB (219 words) - 15:20, 15 January 2019
  • η, Ν φλύκταινα, φυσαλλίδα στο δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φούσκα (Ι) + κατάλ. -άλα (πρβλ. ψιχ-άλα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    328 bytes (23 words) - 12:48, 29 September 2017
  • το / πετζίν, ΝΜ 1. δέρμα ανθρώπου ή ζώου, επιδερμίδα 2. κατεργασμένο δέρμα ζώου νεοελλ. φρ. α) «είναι πετσί και κόκαλο» — είναι πάρα πολύ αδύνατος β) «τά
    1 KB (85 words) - 12:17, 29 September 2017
  • η μεμβράνη στα δάχτυλα των υδρόβιων πτηνών. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + θ. δερμ- (< δέρμα) + -ίς η λέξη σχηματίζεται με το θέμα της ονομαστικής (δερμ-) πρβλ. και υπο-δερμ-ίς
    1 KB (79 words) - 07:11, 29 September 2017
  • γίνομαι χαλαρός («χαλάρωσε το σχοινί») β) γίνομαι πλαδαρός («χαλάρωσε το δέρμα μου») 2. μτφ. α) μειώνεται η έντασή μου (α. «χαλάρωσαν οι αντιδράσεις» β
    756 bytes (64 words) - 12:46, 29 September 2017
  • ὑποδέω ειδικό εξωτερικό κάλυμμα για τα πόδια, κατασκευασμένο συνήθως από δέρμα και ενισχυμένο στο κάτω μέρος με χοντρό πέλμα και τακούνι, παπούτσι νεοελλ
    2 KB (126 words) - 12:43, 29 September 2017
  • («ἐπιφάνεια δέ ἐστιν ὅ μῆκος καὶ πλάτος μόνον ἔχει», Ευκλ.) 7. η επιφάνεια ή το δέρμα του σώματος, το εξωτερικό ή το βλεννογόνο. (II) τα (AM ἐπιφάνεια) νεοελλ
    4 KB (275 words) - 12:30, 15 February 2019
  • και ευερέθιστη») νεοελλ. (για μερικά όργανα του σώματος και κυρίως για το δέρμα) αυτός που υπόκειται εύκολα σε ερεθισμό, ο επιρρεπής σε φλόγωση. Αναζήτηση
    590 bytes (54 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -ον [δέρμα] van huid, van leer. δέρμα of skin, leathern, Od., Hdt. 原文音譯:derm£tinoj 得而馬提挪士 詞類次數:形容詞(2) 原文字根:皮 字義溯源:皮的,皮製的;源自(δέρμα)=皮),而 (δέρμα)出自(δ
    5 KB (520 words) - 13:20, 3 October 2019
  • υποκορ. του κούρελλον < λατ. corellum < coriellum, υποκορ. του corium «δέρμα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    977 bytes (60 words) - 07:25, 29 September 2017
  • από το δέρμα (α. «υποδόριος ιστός» β. «υποδόρια ένεση»). επίρρ... υποδορίως και υποδόρια Ν κάτω από το δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο)- + δορά «δέρμα» + κατάλ
    701 bytes (52 words) - 12:52, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)