Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δέσποινα" on this wiki. See also the other search results found.

  • im Gegensatze zum Ehemanne. In letzterer Bedeutung ἄλοχος δέσποινα Odyss. 3, 403, γυνὴ δέσποινα 7, 347. An Beides zusammen, Mann und Dienerschaft, ist Odyss
    14 KB (1,512 words) - 14:30, 2 October 2019
  • ἡ, Ar. and V. δέσποινα, ἡ, ἄνασσα, ἡ, βασίλεια, ἡ (Eur., And. 1055). In invocations (to goddesses, etc.): Ar. and V. πότνια, ἡ, δέσποινα, ἡ (rare P.),
    494 bytes (55 words) - 09:49, 21 July 2017
  • η (Α οικοδέσποινα) η κυρία του σπιτιού, η νοικοκυρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος + δέσποινα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    296 bytes (21 words) - 12:07, 29 September 2017
  • Mistress: P. and V. δέσποινα, ἡ, δεσπότις, ἡ (Plat.). In invocations to goddesses: Ar. and V. πότνια, ἡ, ἄνασσα, ἡ (rare P.), δέσποινα, ἡ (rare P.). Lady
    453 bytes (53 words) - 09:46, 21 July 2017
  • subs. P. and V. δεσπότις, ἡ (Plat.), δέσποινα, ἡ (Dem. and Plat.), Ar. and V. ἄνασσα, ἡ; see queen. Preceptress: P. and V. διδάσκαλος, ἡ. Mistress of a
    645 bytes (72 words) - 09:47, 21 July 2017
  • η (AM ἄνασσα) άναξ βασίλισσα, δέσποινα, κυρά αρχ. ο κύριος αυτουργός, αυτουργός μιας πράξης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    234 bytes (23 words) - 06:20, 29 September 2017
  • ντάμα και ντάμε και τάμου και δαμού) (κυρίως, ως τιμητικός τίτλος) κυρία, δέσποινα («αφότου εγρικησεν η ντάμα Μαργαρίτα», Χρον. Μoρ.) νεοελλ. 1. γυναικεία
    1 KB (98 words) - 12:03, 29 September 2017
  • γαμήλευμα, ἄκοιτις, γαμέτις, ἑδνῆστις, γυνή, δόμορτις, δάμαρ, γύναιον, ἐγγυητή, δέσποινα
    241 bytes (11 words) - 07:04, 22 August 2017
  • και δεσποινίς, η (Μ δεσποινίς) δέσποινα νεοελλ. 1. νεαρή γυναίκα 2. ανύπαντρη γυναίκα μσν. 1. κυρία, αρχόντισσα 2. αρχοντοπούλα. Αναζήτηση σε: Google
    340 bytes (28 words) - 07:03, 29 September 2017
  • αὐθέντρια, δυνάστειρα, δεσπότρια, δεσπότις, δέσποινα, ἄνασσα, γυνή
    166 bytes (7 words) - 07:20, 22 August 2017
  • δέσποινα, Hsch. ναέτειρα (ναίτ- cod.)· οἰκοδέσποινα, Id. νάερρα και νάειρα και να(έ)τειρα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «δέσποινα». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ
    3 KB (209 words) - 15:29, 2 October 2019
  • on its absence in Homer [δέσποινα Od.] s. Wackernagel Unt. 209 A. 1). Compounds: After αὑτο-, οἰκο-, φιλο-. Derivatives: δέσποινα mistress of the house,
    31 KB (3,222 words) - 13:25, 3 October 2019
  • δέσποινα, αἰσυμνῆτις, αὐτοκράτειρα, δυνάστις, ἄνασσα
    136 bytes (5 words) - 07:22, 22 August 2017
  • αὐθέντρια, δυνάστειρα, δεσπότρια, δεσπότις, δέσποινα, ἄνασσα
    152 bytes (6 words) - 07:02, 22 August 2017
  • ἄνθρωπος, γυνή, γύναιον, δέσποινα, ἀνδρίς
    112 bytes (5 words) - 07:13, 22 August 2017
  • chiefly in addressing females, whether goddesses or women:    1 as Subst., = δέσποινα (cf. Apion ap.Apollon.Lex.), mistress, queen (v. sub fin.), πότνιαν ἁγνήν
    24 KB (2,324 words) - 15:40, 2 October 2019
  •    A = ἀπατήλιος, Il.1.526; κόσμος Parm.8.52; λόγου στόλος Emp.17.26; δέσποινα X.Oec.1.20; κακοῦργος καὶ ἀπατηλή Pl.Grg.465b; ἀ. λόγος Id.Lg.892d; τὸ
    4 KB (308 words) - 16:20, 9 January 2019
  • 390· δέσποινα, γρηΰς, ἀλετρίς, δμωαὶ γυναῖκες, κτλ.· οὕτω, γυνὴ Περσὶς Ἡρόδ.·― κατὰ κλητ. συχνάκις πρὸς δήλωσιν σεβασμοῦ ἢ στοργῆς, κυρία, δέσποινα, πρβλ
    47 KB (5,813 words) - 13:23, 3 October 2019
  • de maison. Étymologie: οἶκος, δέσποινα. η (Α οικοδέσποινα) η κυρία του σπιτιού, η νοικοκυρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος + δέσποινα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (81 words) - 06:00, 31 December 2018
  • 1498, etc.: spelt θυν- ib.583, σειναρμόστρηα ib.229. θοιναρμόστρια: ἡ, ἡ δέσποινα ἡ προϊσταμένη συμποσίου, Ἐπιγραφ. Λακων. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 1430, - 16
    2 KB (99 words) - 07:18, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)