Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δίζημαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • misma r. de que deriva δίεμαι q.u.; cf. ai. dīyati ‘volar’. Source: δίζημαι δίζημαι (Α) 1. αναζητώ ανάμεσα σε πολλούς 2. προσπαθώ, επιδιώκω 3. (με απαρμφ
    14 KB (1,386 words) - 11:15, 26 February 2019
  • δαπάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως η λ. συνδέεται με τα ζήλος, ζητώ, δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    2 KB (115 words) - 07:15, 29 September 2017
  • διοικέω, διζῶ, ἐκδίζω, ἐνζητέω, δίζημαι, ἐκδιφάω, διφέω, ἀναμαστεύω, διφάω, ἀναδιφάω, ἀγρεύω, ἀλφέω, ἔλδομαι, ἀναζητέω, ἀνερευνάω, ἀθρέω, διώκω, ἀντέχω
    447 bytes (22 words) - 06:45, 22 August 2017
  • δίζημαι, εἰσπράσσω, δηλόω, ἀνακρίνω, αἰτέω, ἀπαιτέω, ἐλέγχω, διέρομαι, ἀνείρομαι, ἀνερωτίζω, ἐξανερωτάω, διεξερέομαι, ἀνετάζω, ἐκπυνθάνομαι, διερωτάω,
    491 bytes (20 words) - 07:16, 22 August 2017
  • ἀγαπάω, δίζημαι, ἐκπροθυμέομαι, ἔλδομαι, δέω, ἀράομαι, βούλομαι, ἐθέλω, ἐνθυμέομαι, ἐνυπνιάζω
    231 bytes (10 words) - 07:01, 22 August 2017
  • δίζημαι, ἐκδιφάω, βασανεύω, διαπορέω, ἀναμανθάνω, ἀνερευνάω, διασκέπτομαι, ἀνετάζω, δίζω, δοκεύω
    234 bytes (10 words) - 06:40, 22 August 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Συγγενές πιθ. με τα ζητρός, ζητέω-ώ, ζημία, δίζημαι, αλλά χωρίς σαφείς αντιστοιχίες στις άλλες ΙΕ γλώσσες. ΠΑΡ. ζηλεύω αρχ.
    3 KB (210 words) - 12:25, 15 February 2019
  • δίζημαι, ἀξιόω, ἀμφισβητέω, βούλομαι, ἐθέλω, ἀντιλαμβάνω
    146 bytes (6 words) - 07:16, 22 August 2017
  • Hdt.1.65:—Med., δ. ὅτι... μή... Eus.Mynd.58, Tryph.240.    II Med., = δίζημαι 11, ἄτεκνον ἔριθον δίζεσθαι Hes.Op. 603 codd.; δίζεαι Theoc.25.37; δίζετο
    8 KB (797 words) - 13:10, 9 January 2019
  • δίζημαι, διστάζω, διαπορέω
    76 bytes (3 words) - 07:16, 22 August 2017
  • απαντούν σε γλώσσες του Ησυχίου προέρχονται πιθ. από θ. ζᾱ, ζη- (πρβλ. δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»). Το ουσ. ζητρός σχηματίζεται περαιτέρω με
    1 KB (59 words) - 07:15, 29 September 2017
  • δαπάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως η λ. συνδέεται με τα ζήλος, ζητώ, δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    19 KB (1,642 words) - 11:25, 26 February 2019
  • v. δίζημαι. Source: δίτταμαι
    38 bytes (4 words) - 12:25, 21 August 2017
  • δίζημαι, δηλόω
    50 bytes (2 words) - 06:45, 22 August 2017
  • v. δίζημαι. Source: δίσδημαι
    38 bytes (4 words) - 12:09, 21 August 2017
  • δίζημαι, ἁμιλλάομαι
    61 bytes (2 words) - 06:54, 22 August 2017
  • δίζημαι
    34 bytes (1 word) - 06:44, 22 August 2017
  • ¿Quizá de *di̯°H2- c. vocalismo analóg. ε, frente a δῖνος < *diH2-? Cf. δίζημαι. Source: δίεμαι δίεμαι (Α) 1. φεύγω γρήγορα 2. φοβάμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται
    10 KB (899 words) - 11:20, 26 February 2019
  • divines; 3 chercher à obtenir, acc.; III. désirer. Étymologie: DELG cf. δίζημαι, ζῆλος. seek, Il. 14.258†. ζητέω, -ῶ, [in LXX chiefly for בּקשׁ pi.,
    25 KB (2,410 words) - 11:30, 26 February 2019
  • η (Α δίζησις) δίζημαι νεοελλ. «διζήσεως ευεργέτημα» — το δικαίωμα του εγγυητή να αρνηθεί την καταβολή οφειλής μέχρις ότου ο δανειστής προβεί σε αναγκαστική
    502 bytes (40 words) - 07:04, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)