Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δείδω" on this wiki. See also the other search results found.

  • δύο), siendo la idea de ‘división’ análoga a la de ‘duda’. Source: δείδω δείδω (Α) Ι. 1. φοβάμαι 2. ανησυχώ για κάποιον ή για κάτι («δέδια ἀμφὶ σαῑς
    40 KB (3,876 words) - 14:30, 2 October 2019
  •    A v. δείδω. [Seite 534] p. δείδια, s. δείδω. v. δείδω. v. δείδω. Source: δέδια δέδια: ποιητ. δείδια, παρακ. με ενεστ. σημασία του δείδω. δέδια:
    1 KB (53 words) - 14:25, 2 October 2019
  • [Seite 534] p. δείδοικα, s. δείδω. v. δείδω. δέδοικα: Επικ. παρακ. του δείδω. • δέδοικα: παρακ. του δείδω. δέδοικα indic. perf. act. van*δίω.
    398 bytes (23 words) - 14:12, 31 December 2018
  • frayeur; 2 objet d’effroi, épouvantail, objet d’horreur. Étymologie: δείδω. (δείδω): fear, Il. 5.682†. δεῑμα    1 fear κλέπτων δὲ θυμῷ δεῖμα (P. 4.97)
    13 KB (1,276 words) - 14:35, 2 October 2019
  • ἀθυμέω, ἀναπτερόω, ἀνασοβέω, ἐκθροέω, ἀποτρέπω, διατρέω, δειλαίνω, δειλιάω, δείδω, ἐκταράσσω
    461 bytes (20 words) - 06:56, 22 August 2017
  • αρχαία, σημειώνει το πέρασμα της γενικής σημ. τών λέξεων της οικογένειας τών δείδω, δέος, ἀδεὴς κ.λπ. από τον χώρο του συναισθήματος («φόβος») σε μια αντικειμενικότερη
    3 KB (238 words) - 13:05, 8 January 2019
  • δειλία, ἀγωνία, ἀπορία, δειλίασις, δέος, δεῖσις, δειμός, αἰδώς, αἰδέομαι, δείδω
    201 bytes (10 words) - 07:12, 22 August 2017
  • ἐλπίζω, δεισιδαιμονέω, δειλαίνω, δεδοίκω, δειμάζω, δειλανδρίζω, δειλιάω, δείδω
    364 bytes (16 words) - 06:46, 22 August 2017
  • διαβολή, δειλία, δέος, δεῖμα, δείδω
    99 bytes (5 words) - 07:22, 22 August 2017
  • [Seite 537] (entstanden aus δεΙ-λο'Σ, Wurzel δε = δι, verwandt δέος, δείδω), a) furchtsam, feig, Ggstz von ἄλκιμος, Il. 13, 278; vgl. Arist. Eth. 2
    24 KB (2,407 words) - 13:35, 3 October 2019
  • τρομερές συμφορές (ή τέρατα). [ΕΤΥΜΟΛ. < δFεῑ-μα, ρηματικό παράγωγο του δείδω. ΠΑΡ. αρχ. δειμαίνω, δειμαλέος, δειματηρός, δειματίας, δειματόεις, δειματώδης
    1 KB (66 words) - 12:22, 15 February 2019
  • ἐδᾰφ-δῐσαν,    A v. δείδω. ἔδεκτο, v. δέχομαι. ἐδείδῐμεν: -δῐσαν, ἴδε δείδω. 1ᵉ pl. pqp. épq. de δείδω. see δείδω. ἐδείδῐμεν: -δῐσαν, Επικ. αʹ
    835 bytes (38 words) - 19:12, 31 December 2018
  •    A v. δείδω. v. δίεμαι. Source: δίον See also: s. δείδω. δίον: {díon} Grammar: v. Meaning: ich floh See also: s. δείδω. Page 1,396
    547 bytes (24 words) - 13:33, 2 October 2019
  • 2 p. 78 δέει τῶν παρόντων φόβων. Die Wurzel von δέος ist Δι-, δίεσθαι, δείδω, δειλός, δεινός, δεῖμα, Curtius Grundzüge der Griech. Etymol. 1, 201. 2,
    24 KB (2,636 words) - 13:25, 3 October 2019
  • v. Διδώ. Source: Δειδώ
    32 bytes (4 words) - 11:59, 21 August 2017
  •    A v. δείδω. [Seite 535] u. δείδοικα, p. = δέδια, s. δείδω. δείδια: δείδιμεν καὶ δειδέμεν ,ἴδε ἐν λ. δείδω. épq. c. δέδια. see δείδω. v. δείδω
    1 KB (57 words) - 06:28, 1 January 2019
  • ον,γεν.ονος,(δείδω) πλήρης φόβου, δειλός,Ἰλ. Γ.56,Νόνν.14,321. ων, ον, gén. ονος; craintif, pusillanime. Étymologie: δείδω. ονος (δείδω): timid, pusillanimous
    2 KB (173 words) - 20:45, 9 January 2019
  • Diod. δεισιδαίμων -ον, gen. -ονος [δείδω, δαίμων] godvrezend. bang voor het bovennatuurlijke, bijgelovig. δείδω fearing the gods: I. in good sense,
    8 KB (801 words) - 13:21, 3 October 2019
  • δεδιέναι: inf. pf. к δείδω.
    71 bytes (5 words) - 18:12, 31 December 2018
  • μετοχ.πρκμ. τοῦ δείδω,Φιλόστρ. 157. adv. sobre part. perf. act. de δείδω medrosamente Ruf.Interrog.1, Philostr.VA 4.20. Source: δεδοικότως δεδοικότως
    1 KB (75 words) - 07:03, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)