Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δείδω" on this wiki. See also the other search results found.

  • mostly with μή .., and folld. by subj., Il.1.555, etc.; rarely by indic., δείδω μὴ… νημερτέα εἶπεν Od.5.300; ὃν δέδοικ' ἐγὼ μή μοι βεβήκη S.Ph.493, cf. OT767
    39 KB (3,879 words) - 14:30, 14 July 2020
  • [Seite 534] p. δείδοικα, s. δείδω. v. δείδω. δέδοικα: Επικ. παρακ. του δείδω. • δέδοικα: παρακ. του δείδω. δέδοικα indic. perf. act. van*δίω.
    398 bytes (23 words) - 14:12, 31 December 2018
  • poet. δείδια,    A v. δείδω. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 534] p. δείδια, s. δείδω. v. δείδω. v. δείδω. δέδια: ποιητ. δείδια
    1 KB (56 words) - 14:25, 2 October 2019
  • frayeur; 2 objet d’effroi, épouvantail, objet d’horreur. Étymologie: δείδω. (δείδω): fear, Il. 5.682†. δεῑμα    1 fear κλέπτων δὲ θυμῷ δεῖμα (P. 4.97)
    13 KB (1,303 words) - 22:35, 7 July 2020
  • ἀθυμέω, ἀναπτερόω, ἀνασοβέω, ἐκθροέω, ἀποτρέπω, διατρέω, δειλαίνω, δειλιάω, δείδω, ἐκταράσσω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    461 bytes (33 words) - 06:56, 22 August 2017
  • v. Διδώ.
    32 bytes (2 words) - 11:59, 21 August 2017
  • αρχαία, σημειώνει το πέρασμα της γενικής σημ. τών λέξεων της οικογένειας τών δείδω, δέος, ἀδεὴς κ.λπ. από τον χώρο του συναισθήματος («φόβος») σε μια αντικειμενικότερη
    3 KB (238 words) - 13:05, 8 January 2019
  • ἐλπίζω, δεισιδαιμονέω, δειλαίνω, δεδοίκω, δειμάζω, δειλανδρίζω, δειλιάω, δείδω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the
    364 bytes (29 words) - 06:46, 22 August 2017
  • da lugar a δείδω q.u., e.e. < *du̯e-Hi̯3- ‘dos’. from deos (dread); timid, i.e. (by implication) faithless: fearful. δείλη, δειλόν (δείδω to fear),
    24 KB (2,445 words) - 22:30, 7 July 2020
  • τρομερές συμφορές (ή τέρατα). [ΕΤΥΜΟΛ. < δFεῑ-μα, ρηματικό παράγωγο του δείδω. ΠΑΡ. αρχ. δειμαίνω, δειμαλέος, δειματηρός, δειματίας, δειματόεις, δειματώδης
    1 KB (66 words) - 12:22, 15 February 2019
  •    A v. δείδω. ἔδεκτο, v. δέχομαι. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἐδείδῐμεν: -δῐσαν, ἴδε δείδω. 1ᵉ pl. pqp. épq. de δείδω. see δείδω
    835 bytes (43 words) - 19:12, 31 December 2018
  •    A v. δείδω. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works v. δίεμαι. See also: s. δείδω. δίον: {díon} Grammar: v. Meaning: ich floh See also:
    547 bytes (27 words) - 13:33, 2 October 2019
  • 2 p. 78 δέει τῶν παρόντων φόβων. Die Wurzel von δέος ist Δι-, δίεσθαι, δείδω, δειλός, δεινός, δεῖμα, Curtius Grundzüge der Griech. Etymol. 1, 201. 2,
    24 KB (2,663 words) - 22:25, 7 July 2020
  • δειλία, ἀγωνία, ἀπορία, δειλίασις, δέος, δεῖσις, δειμός, αἰδώς, αἰδέομαι, δείδω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the
    201 bytes (23 words) - 07:12, 22 August 2017
  • δειδέμεν ,ἴδε ἐν λ. δείδω. épq. c. δέδια. see δείδω. v. δείδω. δείδια: Επικ. αντί δέδια, παρακ. του δείδω· αʹ πληθ. δείδιμεν· Επικ. απαρ. δειδέμεν
    1 KB (60 words) - 06:28, 1 January 2019
  • διαβολή, δειλία, δέος, δεῖμα, δείδω Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    99 bytes (18 words) - 07:22, 22 August 2017
  • ον,γεν.ονος,(δείδω) πλήρης φόβου, δειλός,Ἰλ. Γ.56,Νόνν.14,321. ων, ον, gén. ονος; craintif, pusillanime. Étymologie: δείδω. ονος (δείδω): timid, pusillanimous
    2 KB (176 words) - 18:16, 29 June 2020
  • Diod. δεισιδαίμων -ον, gen. -ονος [δείδω, δαίμων] godvrezend. bang voor het bovennatuurlijke, bijgelovig. δείδω fearing the gods: I. in good sense,
    8 KB (804 words) - 15:00, 30 June 2020
  • δεδιέναι: inf. pf. к δείδω.
    71 bytes (5 words) - 18:12, 31 December 2018
  • Apoll. 4, 20. δεδοικότως: ἐπιρρ. μετοχ.πρκμ. τοῦ δείδω,Φιλόστρ. 157. adv. sobre part. perf. act. de δείδω medrosamente Ruf.Interrog.1, Philostr.VA 4.20
    1 KB (78 words) - 22:30, 7 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)