Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δειλία" on this wiki. See also the other search results found.

  • δειλίας, σε Ηρόδ. δειλία: ион. δειλίη ἡ боязливость, робость, малодушие, трусость Soph., Her., Thuc., Lys., Plat., Arst., Plut. δειλία -ας, ἡ [δειλός]
    8 KB (781 words) - 13:26, 3 October 2019
  • προκαλώ έκπληξη, ισχυρότατη εντύπωση, θαυμασμό ή φόβο μσν. φρ. «δειλία ἐκπλήττει» — δειλία καταλαμβάνει, κυριεύει αρχ. 1. χτυπώ και απωθώ 2. προξενώ ισχυρή
    948 bytes (68 words) - 07:07, 29 September 2017
  • αθλιότητα 3. μοιχεία, απιστία συζυγική 4. ανοησία, άστοχη πράξη μσν. 1. δειλία 2. περιφρόνηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    630 bytes (48 words) - 06:59, 29 September 2017
  • και ατολμία, η (AM ἀτολμία) άτολμος έλλειψη τόλμης, δειλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    146 bytes (18 words) - 06:59, 29 September 2017
  • η η στιγμιαία δειλία, το δείλιασμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    93 bytes (15 words) - 07:03, 29 September 2017
  • έλλειψη ευδιαθεσίας, βαρυθυμία, στενοχώρια αρχ. έλλειψη θάρρους, λιποψυχία, δειλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    259 bytes (22 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἀτιμία, δυσχέρημα, ἀλαλαί, ἀτόπημα, ἄρος, δειλία, ἀπόπτωμα, αἶσχος, δυσθαλία, δυσπέτημα, δυσπραγία, δυσπράγημα, δυσδαιμονία, δυσπραξία, ἀθλιότης, ἀκληρία
    581 bytes (26 words) - 07:01, 22 August 2017
  • δειλία, ἀδρανής, ἀμαυρία, ἀνηπελίη, ἀφαυρότης, ἀνήπλυσσον, ἀνισχυρότης, ἀλαπαδνοσύνη, ἀδρανία, ἀδυναμία, ἀσθένεια, ἀκρασία, ἀκράτεια, ἀσθένημα, ἀρρωστία
    614 bytes (26 words) - 06:54, 22 August 2017
  • δυσπάθεια, δειλία, ἀγχόνη, δύη, ἀθλιότης, ἄχος, ἄλγος, ἄση, ἀλγηδών, διαπόνησις, ἆθλος, δυσφορία, ἐνόχλησις, δῆξις, διαπόνημα, ἐμπάθεια, ἀπονία, βάσανος
    415 bytes (20 words) - 06:54, 22 August 2017
  • δειλία, ἀγωνία, ἀπορία, δειλίασις, δέος, δεῖσις, δειμός, αἰδώς, αἰδέομαι, δείδω
    201 bytes (10 words) - 07:12, 22 August 2017
  • δεν έχει σύζυγο, ανύπανδρη ή χήρα 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄνανδρον ανανδρία, δειλία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄν- στερ. + -ανδρος < ἀνήρ (πρβλ: ἁρπάξανδρος, εὐανδρος, ἡμίανδρος
    1 KB (80 words) - 06:53, 29 September 2017
  • διαβολή, δειλία, δέος, δεῖμα, δείδω
    99 bytes (5 words) - 07:22, 22 August 2017
  • δειλότης, δειλανδρία, ἀποδειλίασις, δειλία, ἀλαλία, ἀψυχία, ἀτολμία, ἀνανδρία, ἀναλκείη
    216 bytes (9 words) - 06:48, 22 August 2017
  • που ταιριάζει σε γυναίκα και όχι σε άντρα 2. μαλθακότητα, τρυφηλότητα 3. δειλία, ατολμία, έλλειψη ανδρισμού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    381 bytes (33 words) - 06:36, 29 September 2017
  • αυτοσυγκράτηση, συστολή 6. σύνεση 7. δειλία, ατολμία 8. απροθυμία, δισταγμός·9. αποβολή γράμματος·10. (κατά τον Ησύχ.) «δειλία, φυγή». Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (67 words) - 12:49, 29 September 2017
  • subs. P. and V. δειλία, ἡ, κάκη, ἡ, ἀνανδρία, ἡ, πονηρία, ἡ, P. ἀτολμία, ἡ, φιλοψυχία, ἡ, κακότης, ἡ, κακία, ἡ, V. ἀψυχία, ἡ, κακανδρία, ἡ. Look up cowardice
    367 bytes (43 words) - 09:26, 21 July 2017
  • αυτός που η αντοχή του είναι μικρή. επίρρ... λιγόψυχα (Α ολιγοψύχως) με δειλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    378 bytes (33 words) - 07:32, 29 September 2017
  • η (Α ἀνανδρία και -εία) 1. έλλειψη ανδρείας, γενναιότητας, δειλία 2. έλλειψη ανδρισμού, θάρρους νεοελλ. άνανδρη, δειλή συμπεριφορά αρχ. 1. (κυρίως για
    1,007 bytes (61 words) - 06:22, 29 September 2017
  • cowardice, Il.2.368, 13.108, Od.24.455; ἀτιμίη καὶ κ. Tyrt.10.10; κ. καὶ δειλία Th.5.100; οὐδεμιῇ κ. λειφθῆναι τῆς ναυμαχίης not through cowardice, Hdt
    9 KB (731 words) - 23:40, 9 January 2019
  • opp. ἀληθής, E.Tr.951; σκῆψις -εστάτη Hdt.3.72; εὐ. αἰτία Th.6.76; εὐ. δειλία cowardice veiled under a fine name, Id.3.82; μετ' ὀνόματος εὐ. ibid.; ἀπάτῃ
    10 KB (758 words) - 11:20, 26 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)