Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δερματοφόρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • p. 776. δερματοφόρος: -ον, ὁ ἐνδεδυμένος δοράν, Στράβ. 776. -ον vestido con pieles Str.16.4.17, Ps.Callisth.2.37B. Source: δερματοφόρος δερματοφόρος
    907 bytes (57 words) - 06:28, 29 September 2017
  • συνθετικό) δερμηστής, δερμόπτερος αρχ. δερματομαλάκτης, δερματοφαγώ, δερματοφόρος, δερματοχίτων αρχ.-μσν. δερματουργός νεοελλ. δερμακέντωρ, δερμαλγιά,
    23 KB (2,279 words) - 13:20, 3 October 2019
  • δερματοφόρος
    44 bytes (1 word) - 06:52, 22 August 2017