Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δερμηστής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Leder und Pelzwerk zernagt, Soph. fr. 397; Lys. bei Harpocr.; B. A. 240. δερμηστής: -οῦ, ὁ, (δέρμα, ἐσθίω) σκώληξ τρώγων δέρμα, Σοφ. Ἀποσπ. 397, Λυσ. παρ’
    2 KB (145 words) - 09:41, 20 July 2021
  • serpiente = ἄτριχος, δερμηστής, αἱμόρροϊα, αἱμορροΐς, ἔλλοψ, αἱμόρροος, βατίς, δίφας, ἀργῆς, ἀργόλας, ἀμμοάτις, ἀκοντίλος, ἀκοντίτης, δράκαινα * Look
    317 bytes (28 words) - 07:21, 22 August 2017
  • ο βλ. δερμηστής. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    61 bytes (12 words) - 06:40, 29 September 2017
  • δερμάτωση, δερμικός, δερμίτιδα, δερμόνι, δερμώδης. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) δερμηστής, δερμόπτερος αρχ. δερματομαλάκτης, δερματοφαγώ, δερματοφόρος, δερματοχίτων
    22 KB (2,320 words) - 15:19, 20 June 2022
  • σακοδερμίτης: (-δερμηστής;), ου, ὁ, ὁ ἔχων δέρμα ἐξ ἀσπίδων, ἐπὶ ὄφεως, Σοφ. Ἀποσπ. 562. - Παρ’ Ἡσυχ. εὕρηται σακοδερμιστής. σᾰκοδερμίτης: ου (ῑ) adj
    396 bytes (29 words) - 11:12, 31 December 2018
  • κατατρώγει το δέρμα τών ασπίδων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάκος (ΙΙ) «είδος ασπίδας» + δερμηστής / δερμιστής «έντομο που τρώει το δέρμα»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (70 words) - 09:00, 31 December 2020
  • gorgojo de la piel = δερμηστής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    38 bytes (18 words) - 07:07, 22 August 2017
  • кожеед = δερμηστής * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    42 bytes (37 words) - 15:25, 14 October 2019