Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δεσποτικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 3 despóticamente τὸ δ. ἄρχειν Arist.Pol.1295a16. Source: δεσποτικός -ή, -ό (AM δεσποτικός, -ή, -όν) δεσπότης Ι. 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει
    12 KB (1,126 words) - 20:50, 9 January 2019
  • απολυταρχικός 2. αυτός που θέλει να επιβάλλει την θέλησή του στους άλλους, ο δεσποτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυταρχία. Η λ. μαρτυρείται από το 1850 στον Στ. Σταυρόπουλο
    526 bytes (46 words) - 11:00, 23 December 2018
  • Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search δεσποτικός, αὐτοκρατορικός, δεσποινικός, ἀνακτόρεος, βασιληίς, ἀρχικός
    591 bytes (51 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀγάς) τίτλος Τούρκου αξιωματούχου, άρχοντας, διοικητής νεοελλ. μτφ. 1. δεσποτικός, τύραννος 2. αυτός που ζει με μεγάλη οικονομική άνεση. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ
    502 bytes (34 words) - 06:25, 29 September 2017
  • adj. P. and V. τυραννικός, P. δεσποτικός, V. τύραννος. Look up despotic on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    191 bytes (26 words) - 09:27, 21 July 2017
  • P. αὐτοκράτωρ. Acting with violence: P. and V. βίαιος. Tyrannical: P. δεσποτικός. Look up arbitrary on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    389 bytes (42 words) - 09:22, 21 July 2017
  • -ή, -ό 1. σχετικός με την απολυταρχία 2. (για ανθρώπους) τυραννικός, δεσποτικός 3. οπαδός της απολυταρχίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < απολυταρχία. Η λ. μαρτυρείται από
    523 bytes (39 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Positive, certain: P. and V. βέβαιος, πιστός. Peremptory (of persons): P. δεσποτικός. Of a command: P. ἰσχυρός; see peremptory. Possessed of authority: P.
    423 bytes (44 words) - 09:22, 21 July 2017
  • κύκλος ἢ τὸ συνέδριον βασιλέων, Σοφ. Αἴ. 749. 2) ὁ ἁρμόζων εἰς τύραννον, δεσποτικός, βασιλικός, τυραννικόν τι πόλλ’ ἐπίστασθαι λέγειν Εὐρ. Ἀποσπ. 348· συμφοραὶ
    10 KB (769 words) - 14:15, 14 January 2019
  • δεσποτικός, δυναστευτικός, αὐτοκρατορικός
    107 bytes (3 words) - 06:37, 22 August 2017
  • στον φασισμό ή στον φασίστα 2. (κατ' επέκτ.) ολοκληρωτικός, δικτατορικός, δεσποτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    303 bytes (30 words) - 12:46, 29 September 2017
  • authority: P. and V. κύριος. despotic, adj.: P. and V. τυραννικός, P. δεσποτικός. arbitrary: Ar. and P. αὐτοκράτωρ. Look up absolute on Perseus | Wiktionary
    2 KB (213 words) - 22:25, 27 February 2019
  • αὔταρχος, -ον (AM) δεσποτικός, απόλυτος μσν. το αρσ. ως ουσ. κυρίαρχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτ(ο)- + αρχός < άρχω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    407 bytes (25 words) - 06:24, 29 September 2017
  • adj. P. and V. τυραννικός, P. δεσποτικός. Look up domineering on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    165 bytes (24 words) - 09:36, 21 July 2017
  • adj. P. and V. τυραννικός. P. δεσποτικός, V. τύραννος. Look up tyrannical on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    191 bytes (26 words) - 10:07, 21 July 2017
  • (AM) επιτάσσω μσν. αυτός που διατάσσει, ο επιτακτήρ αρχ. επιτακτικός, δεσποτικός (ως μετφρ. του λατ. imperiosus). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    283 bytes (27 words) - 07:12, 29 September 2017
  • είναι: α) ΠΑΡΑΓΩΓΑ: τα υποκοριστικά δεσποτίσκος και δεσποτίδιον τα επίθετα δεσποτικός, δεσπότειος και, με συριστικοποίηση του τ (τροπή του τ σε σ), δεσπόσυνος
    31 KB (3,222 words) - 13:25, 3 October 2019
  • IGRom.4.1612 (Hypaepa). [Seite 395] ὁ, = αὐτάρχης. αὔταρχος: -ον, δεσποτικός, ἀπόλυτος, ἰσχὺς Δίων Κ. 61. 7: ― ὡς οὐσιαστ. = αὐτοκράτωρ, Κ. Μανασσ
    1 KB (96 words) - 07:00, 29 September 2017
  • βασιλικῆς οἰκογενείας ἔλαβον γυναῖκα, ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 474. 2) αὐτοκρατορικός, δεσποτικός, τ. πόλις Θουκ. 1. 122, 124· τύραννα δρᾶν Σοφ. Ο. Τ. 588. ου; I. subst
    25 KB (2,254 words) - 13:50, 2 October 2019
  • δεσποτικός, δεσπόσυνος
    66 bytes (2 words) - 07:01, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)