Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαδρομή" on this wiki. See also the other search results found.

  • estanque usado como vivero de peces ἰχθυοτρόφος Plu.Luc.39. Source: διαδρομή η (AM διαδρομή) 1. το να διατρέχει κανείς ή κάτι, ορισμένο τοπικό ή χρονικό διάστημα
    9 KB (797 words) - 20:50, 9 January 2019
  • βάδισις, διάβασις, ἐμβολή, βάσις, ἐξαλλαγή, διόδιος, διέξοδος, διαδρομή, ἐντομή, αὐχήν, δέρη, διαφοίτησις, εἰσβολή, ἔμβασις, εἴσοδος, ἅλς, διόδιον, δίοδος
    756 bytes (36 words) - 06:53, 22 August 2017
  • δρόμησις, δρόμος, δρομή, δρόμημα, διαδρομή, δράμημα, ἅμιλλα, ἄλησις, βαλβίς, ἐλασία, ἔλασις, ἔλασμα, δρομικός
    267 bytes (13 words) - 06:43, 22 August 2017
  • της απώλειας» — ηθική διαφθορά, ανηθικότητα, ακολασία νεοελλ. 1. μτφ. α) διαδρομή, κατεύθυνση, τρόπος επικοινωνίας (α. «εμπορική οδός» β. «ναυτιλιακή οδός»
    9 KB (575 words) - 12:05, 9 January 2019
  • διατομή, ἀμάρα, ἀναστόμωσις, ἀρτηρία, αὐλών, διάνομος, διαδρομή, διαρροή, εἰσαγωγή, ἐνδόσιμος, ἐκροή, αὐλός, εἰσαγωγεύς, διάτρημα, διάτρησις, ἄνδηρον,
    379 bytes (17 words) - 06:42, 22 August 2017
  • που μπορεί να ανταποκρίνεται σε πραγματική ή απατηλή βελτίωση κατά τη διαδρομή μιας νόσου ή να αποτελεί κατάσταση διέγερσης σε ψυχιατρικά σύνδρομα είτε
    1 KB (104 words) - 07:15, 29 September 2017
  • χώρου στο άλλο 3. αλλαγή πορείας πλοίου προς την αντίθετη κατεύθυνση 4. η διαδρομή πλοίου που πλαγιοδρομεί για να μπει στο λιμάνι 5. γρήγορος χορός σε απλό
    1 KB (97 words) - 06:25, 29 September 2017
  • της ευθείας μεταξύ τών δύο αυτών σημείων, δηλαδή είναι ανεξάρτητο από τη διαδρομή και από τη συνολική απόσταση που έχει διανύσει το κινούμενο σώμα 3. φρ
    3 KB (269 words) - 07:38, 29 September 2017
  • η, ΝΜΑ στρωμένη οδός, δρόμος νεοελλ. 1. πορεία, διαδρομή, («καλή στράτα» — ευχή σε εκείνους που ξεκινούν για ταξίδι) 2. μτφ. τρόπος («με πόσες στράτες
    2 KB (122 words) - 11:15, 14 January 2019
  • πτῆσις καὶ νεῡσις καὶ βάδισις καὶ ἕρψις», Αριστ.) νεοελλ. 1. (αερον.) η διαδρομή που πραγματοποιεί ένα αεροσκάφος από την απογείωση μέχρι την προσγείωσή
    3 KB (226 words) - 12:24, 29 September 2017
  • η (Α διάσχισις) διαίρεση, διαχωρισμός, σχίσιμο νεοελλ. 1. διαδρομή, διάπλους («διάσχιση του αέρα») 2. ανώμαλη και βίαιη λύση της συνέχειας τών σαρκών 3
    678 bytes (56 words) - 07:04, 29 September 2017
  • Ν 1. σείω, κουνώ, τινάζω δυνατά («σ' όλη τη διαδρομή μάς τράνταζε το αυτοκίνητο, γιατί έχει σκληρή ανάρτηση») 2. καταρρίπτω με βίαιο τρόπο, γκρεμίζω («τράνταξε
    1 KB (116 words) - 12:57, 29 September 2017
  • μιαίνων», Αισχύλ.) 2. (για φως) εκπομπή, διάχυση 3. (για τροφή) κάθοδος, διαδρομή από το στόμα προς το υπόλοιπο σώμα 4. ροή από ψηλότερο μέρος («φθάσαι βουλόμενος
    3 KB (231 words) - 07:12, 29 September 2017
  • reeling, ready to fall, Id.Ba.592 (lyr.).    II Subst. διάδρομος, ὁ, = διαδρομή 11, Luc. Hipp.6. διάδρομος: -ον, ὁ τρέχων διὰ μέσου ἢ πέριξ, ὁ περιπλανώμενος
    5 KB (371 words) - 20:55, 9 January 2019
  • διάχυσις, διαδρομή, διάδοσις, ἔκτασις, ἔνδοσις
    122 bytes (5 words) - 07:02, 22 August 2017
  • διαδρομή, ἔλυτρον, ἐκδόχιος, δεξαμενή
    102 bytes (4 words) - 07:04, 22 August 2017
  • διαδρομή, διάδοσις, ἐξάπλωσις, διέλευσις
    107 bytes (4 words) - 07:16, 22 August 2017
  • ) αγώνας δρόμου, δρόμος («αρχίζει η κούρσα τών 1.500 μέτρων ανδρών») 3. διαδρομή με άμαξα ή με αυτοκίνητο 4. η απόσταση που έχει διαπλεύσει σε ορισμένο
    1 KB (82 words) - 07:25, 29 September 2017
  • η 1. διαδρομή επάνω σε άμαξα, περίπατος με άμαξα 2. (συνήθ. ως επίρρ.) επάνω σε άμαξα, με άμαξα «πήγαμε κι ήρθαμε αμαξάδα». [ΕΤΥΜΟΛ. < άμαξα + παραγ. κατάλ
    484 bytes (36 words) - 06:51, 29 September 2017
  • αυτός που οδηγεί ίππους 2. ιππέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + κέλευθος «δρόμος, διαδρομή»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    464 bytes (33 words) - 07:19, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)