Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαλεκτικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • op. ῥητορικῶς Phld.Rh.2.134, cf. Mus.4.21.31. Source: διαλεκτικός -ή, -ό (AM διαλεκτικός, -ή, -όν) διάλεκτος 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διαλεκτική
    15 KB (1,361 words) - 14:30, 14 January 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. βρισιά < μσν. υβρισία < ύβρισα, αόρ. του υβρίζω βριξιά < έβριξα, διαλεκτικός τύπος αορίστου του βρίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    489 bytes (29 words) - 07:01, 29 September 2017
  • ταῡτα πολλὰς δίδωσιν ἐπιχειρήσεις ἡ τῆς συνηθείας ἀνωμαλία», Πλούτ.) 3. διαλεκτικός συλλογισμός, επιχείρημα («ἀμφότεροι κατὰ τὸν εἰκότα λόγον πεποίηνται τὴν
    2 KB (143 words) - 07:12, 29 September 2017
  • ἐχθός (Α) επίρρ. εκτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. (λοκρικής, δελφικής διαλέκτου) του εκτός (< εξ + επιρρ. κατάλ. -τος), πρβλ. εν-τός, λατ. in-tus]. Αναζήτηση
    447 bytes (31 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐνδρανής, αἱμύλος, αἱμύλιος, ἐντεχνής, ἐνεδρευτικός, ἐνδέξιος, γλαφυρός, διαλεκτικός, δεινός, ἑκτικός, δεινόθυμος, ἀγαθός
    292 bytes (12 words) - 07:07, 22 August 2017
  • εκπροσωπεί τη θέληση του αρχ. 1. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία) επαρχιακός 2. διαλεκτικός 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐθνικός ο φοροεισπράκτορας. [ΕΤΥΜΟΛ. < έθνος (βλ
    1 KB (102 words) - 14:15, 14 January 2019
  • η βλ. διαλεκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο διαλεκτική: ἡ (sc. ἐπιστήμη или τέχνη) диалектика
    1 KB (95 words) - 05:56, 31 December 2018
  • ο διαλεκτικός τύπος ο οποίος συνηθίζεται σε ένα ή περισσότερα ιδιώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδίωμα. Ο Μαν. Τριανταφυλλίδης διέκρινε τη σημ. της λ. ιδιωματισμός
    981 bytes (75 words) - 07:18, 29 September 2017
  • (στον Ερωτόκρ.) σύνθεση («το σύθεμα του τραγουδιού», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. αντί σύνθεμα (< συνθέτω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    687 bytes (50 words) - 12:36, 29 September 2017
  • χαρακτηριστικό νεοελλ. 1. αυτός που αναφέρεται στο γλωσσικό ιδίωμα, ο διαλεκτικός 2. το θηλ. ως ουσ. η ιδιωματική το σύνολο τών λεκτικών ιδιωμάτων. επίρρ
    621 bytes (51 words) - 07:18, 29 September 2017
  • και τα πιο εύχρηστα στην αττ. διάλεκτο ἐλάττων ή μείων - ἐλάχιστος. Ο διαλεκτικός τ. ὀλίος > ὀλίγος, με σίγηση του -γ-, κατ' άλλους όμως το ουδ. ὀλίον αναλογικά
    6 KB (465 words) - 15:25, 15 January 2019
  • Plato, such as the Theaetetus and Cratylus, D.L.3.58; in Arist. usu. like διαλεκτικός, λ. συλλογισμός APo.93a15, cf. Top.162b27; διὰ λογικωτέρων καὶ ἀκριβεστέρων
    12 KB (922 words) - 14:35, 14 January 2019
  • ἀντίλογος, διαλεκτικός, ἀντιλογικός
    96 bytes (3 words) - 07:02, 22 August 2017
  • κοίτομαι οφείλεται πιθ. σε παρετυμολογική σύνδεση με το κοίτη «κρεβάτι». Ο διαλεκτικός τ. κείθομαι είναι προφανώς προϊόν συμφυρμού τών κείτομαι και θέτω]. Αναζήτηση
    2 KB (140 words) - 12:20, 15 February 2019
  • συνεταιρισμοί επιχειρήσεων αρχ. αυτός που περιέχει λογικά επιχειρήματα, διαλεκτικός («ἐπιχειρηματικός λόγος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < επιχείρημα. Με τη νεοελλ. σημασία
    1 KB (78 words) - 06:33, 29 September 2017
  • -α, -ικο, Ν σιχασιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. 'Αλλος τ. του σιχασιάρης, πιθ. διαλεκτικός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    211 bytes (20 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ὀγκαρίζω (Α) ογκανίζω, γκαρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. του ὀγκῶμαι (βλ. και λ. γκαρίζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    253 bytes (22 words) - 12:07, 29 September 2017
  • adj. P. διαλεκτικός. Look up dialectical on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    132 bytes (15 words) - 09:27, 21 July 2017
  • ἅπαντα ὁμοῦ, ὁ βλέπων ὅλα διὰ μιᾶς, περιληπτικός, ὁ μὲν οὖν συνοπτικὸς διαλεκτικός, ὁ δὲ μὴ οὔ Πλάτ. Πολ. 537C· ἐρεύνῃ σ. Ἀριστ. π. Φυτ. 1. 7, 10. ― Ἐπίρρ
    6 KB (419 words) - 11:25, 14 January 2019
  • διαλεκτικός, διαλέγω
    62 bytes (2 words) - 07:10, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)