Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαπραγματεύομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • tratarías con aquellos que dicen ...? Dexipp.in Cat.34.5. Source: διαπραγματεύομαι from διά and πραγματεύομαι; to thoroughly occupy oneself, i.e. (transitively
    6 KB (513 words) - 13:25, 3 October 2019
  • παζάρι 1. διαπραγματεύομαι την τιμή ενός εμπορεύματος προκειμένου να επιτύχω την πιο συμφέρουσα 2. συζητώ τους όρους σύμβασης ή συμφωνίας («οι σύμμαχοι
    621 bytes (49 words) - 12:12, 29 September 2017
  • διατρίβω, ἐξάπτω, διαπονέω, διαπραγματεύομαι, ἑλίσσω, ἀδολεσχέω, ἐνασχολέω, ἐναναστρέφομαι, ἀλέγω, ἀντιλαμβάνω, ἐντείνω, ἀναστρέφω
    311 bytes (12 words) - 06:49, 22 August 2017
  • ἀμφί, ἀμφιπένομαι, ἀμφιπονέομαι, ἀσχολέω, διαπραγματεύομαι, διαψηλαφάω, διάγω, διαχειρίζω, δεύκω, διασκοπέω, ἐναπασχολέω, διαπροθυμέομαι, ἐνεργέω, ἐμμελετάω
    459 bytes (18 words) - 07:14, 22 August 2017
  • εἰσκινέομαι, διαπράσσω, ἐναγωνίζομαι, δημιουργέω, διαπραγματεύομαι, δράω, ἄγω, ἐνεργέω, ἀναστρέφω
    235 bytes (9 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀνάπτω, ἐνδοκέω, ἀπεργάζομαι, ἀποδίδωμι, διατίθημι, διαπραγματεύομαι, δρᾶμι, ἀναποιέω, δράω, ἐμποιέω, ἀποτελέω, ἀποφαίνω, ἀποδείκνυμι, ἀποσημαίνω, ἀνύω
    383 bytes (16 words) - 07:08, 22 August 2017
  • διεξάγω, ἐκτελέω, ἐξανύω, ἀποπεραίνω, ἀποπερατόω, διεργάζομαι, ἀπαρτίζω, διαπραγματεύομαι, δράω, ἀποφαίνω, εἰσάγω, ἄγω, εἰσανύω, διανύω, ἐναποτελέω, ἐκπεραίνω
    582 bytes (25 words) - 07:11, 22 August 2017
  • εἰσκινέομαι, βαδίζω, γυναικίζω, διεξάγω, διαγίγνομαι, διαπραγματεύομαι, διάγω, ἄγω, ἀναστρέφω
    225 bytes (9 words) - 06:48, 22 August 2017
  • ἀποργάζω, ἀπεργάζομαι, διεργάζομαι, ἐκπονέω, ἐνασκέω, διαπονέω, ἀσχολέω, διαπραγματεύομαι, ἀσκέω, ἐνεργέω, ἐνεργάζομαι, ἀκμέω, γεωργέω, ἐμπονέω
    342 bytes (14 words) - 07:22, 22 August 2017
  • κουβέντα 1. συνομιλώ, συζητώ 2. διαπραγματεύομαι κάτι, το συζητώ με κάποιον λεπτομερώς 3. καθοδηγώ, δασκαλεύω («τον έχουν κουβεντιάσει, γι' αυτό άλλαξε
    1 KB (76 words) - 06:41, 29 September 2017
  • ώστε... 4. μέσ. πετυχαίνω κάτι, αποσπώ από άλλον προς όφελος μου 5. διαπραγματεύομαι 6. καταστρέφω, εξοντώνω 7. μέσ. επιχειρώ και πετυχαίνω σκευωρία. Αναζήτηση
    2 KB (216 words) - 06:36, 1 January 2019
  • «πουλώ» (πρβλ. αρχ. ινδ. pana- «στοίχημα, μισθός», μέσ. ινδ. panaie «διαπραγματεύομαι, αγοράζω», αρχ. σλαβ. plĕnŭ «λεία, λάφυρα»). Παρετυμολογική, εξάλλου
    4 KB (296 words) - 13:00, 15 February 2019
  • -έω και -άω 1. διαπραγματεύομαι τη σύναψη γάμου μεταξύ δύο προσώπων, προξενεύω 2. μέσ. παντρολογιούμαι και παντρολογιέμαι και παντρολογούμαι επιδιώκω να
    600 bytes (38 words) - 12:13, 29 September 2017
  • -η, -ο διαπραγματεύομαι αυτός για τον οποίο δεν έγιναν διαπραγματεύσεις. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    157 bytes (19 words) - 06:33, 29 September 2017
  • διαπράσσω, ἐμπορεύομαι, διαπραγματεύομαι
    105 bytes (3 words) - 06:45, 22 August 2017
  • ἐκδιδόναι τοὺς ἄνδρας», Ηρόδ.) 4. διαπραγματεύομαι με πρέσβεις για ειρήνη, ζητώ να συνθηκολογήσω 5. γεν. διαπραγματεύομαι 6. υποβάλλω πρόταση με αντιπροσώπους
    8 KB (641 words) - 17:31, 10 January 2019
  • διερευνάω, διαπραγματεύομαι, ἐκβασανίζω
    103 bytes (3 words) - 07:05, 22 August 2017
  • συνεχώς αρχ. 1. πουλώ σε δημοπρασία 2. μέσ. διακηρύσσομαι και -ττομαι διαπραγματεύομαι μέσω κήρυκα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    5 KB (401 words) - 11:20, 26 February 2019
  • ΜΑ, και κρητ. τ. μτχ. ενεστ. ὠνώμενος, -ένη, -ον, Α 1. αγοράζω 2. διαπραγματεύομαι κάτι, παζαρεύω 2. (ειδικότερα) α) (με δοτ. προσ.) αγοράζω κάτι από
    5 KB (356 words) - 06:30, 29 September 2017
  • V. trade. Compare: διαπραγματεύομαι.) ΝΜΑ, και ιων. τ. πρηγ ματεύομαι, Α πράγμα, -ατος]] 1. ασχολούμαι με κάτι 2. διαπραγματεύομαι (α. «νουθετώντας να
    22 KB (1,858 words) - 13:00, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)