Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαφυλάσσω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Λουκ.) 5. φρ. «διαφυλάσσω ὅτι» — προσέχω ώστε. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο διαφῠλάσσω: Αττ. -ττω
    13 KB (1,292 words) - 13:25, 3 October 2019
  • (AM διατηρῶ, -έω) τηρώ 1. διαφυλάσσω, συντηρώ 2. (για πρόσωπα) φυλάσσω σώο, διασώζω 3. κατέχω, φυλάσσω για πολύ χρόνο νεοελλ. 1. συντηρώ με χρήματα μου
    925 bytes (68 words) - 07:04, 29 September 2017
  • η η πράξη του διαφυλάσσω, διατήρηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (15 words) - 06:33, 29 September 2017
  • κ. αποθηκιάζω διατηρώ κάτι σε αποθήκη, το διαφυλάσσω για μελλοντική χρήση ή για περίπτωση ανάγκης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποθήκη. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον
    431 bytes (35 words) - 06:21, 29 September 2017
  • ἀμφιβαίνω, ἀδηΐζω, ἀσπίζω, ἐντηρέω, ἀποστέγω, ἀπαλέξω, ἐμφυλάττω, εἰσφυλάττω, διαφυλάσσω, ἐμπεριστέγω, ἀναβαίνω
    707 bytes (30 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἐμπεδέω, ἀντιβαστάζω, ἀντικρατέω, ἀντιγηροτροφέω, διευθύνω, ἀπισχυρίζομαι, διαφυλάσσω, ἐνστήκω, ἀντιλαμβάνω, ἀνασῴζω, ἀφηγέομαι, διαρκέω, διακρατέω, διακατέχω
    729 bytes (30 words) - 06:43, 22 August 2017
  • ἐφρούρουν», Θουκ.) νεοελλ. (αμτβ.) στρ. είμαι σκοπός, φυλάγω βάρδια αρχ. 1. διαφυλάσσω, διατηρώ 2. προσέχω να μην πάθω τίποτε ή να μην κάνω κάτι, φυλάγομαι («ἐφρούρει
    1 KB (89 words) - 12:53, 29 September 2017
  • διανέμω, ἀνάσσω, διαπονέω, ἐκτάσσω, διέπω, ἄγω, ἄρχω, διαιτάω, ἀπευθύνω, διαφυλάσσω, αἰσυμνάω, δημαγωγέω, βασιλεύω, δυναστεύω, ἁρμόζω
    380 bytes (18 words) - 07:07, 22 August 2017
  • διαπαρατηρέομαι, διατηρέω, ἀποσαλεύω, ἀποσκοπέω, διασκέπτομαι, διαφυλάσσω, ἐγρήσσω, ἀθερώσσω, βλέπω, δραγατεύω, διοπωπεύω
    286 bytes (11 words) - 07:23, 22 August 2017
  • επικαλούμαι τη θεία βοήθεια, προσεύχομαι 3. κραυγάζω, οδύρομαι, θρηνώ μσν. διαφυλάσσω, προφυλάσσω αρχ. Ι. ενεργ. 1. καλώ στο δικαστήριο, κλητεύω 2. ονομάζω
    3 KB (156 words) - 06:23, 29 September 2017
  • ἐνδιατρίβω, διατελέω, ἀντίσχω, διαμένω, γρηγορέω, ἐναπομένω, ἐνδιαμένω, διαφυλάσσω, ἐμμένω, διασῴζω, διαζάω
    378 bytes (17 words) - 07:12, 22 August 2017
  • ἀμφιθάλπω, διατηρέω, ἐθείρω, ἀμφιπολέω, ἀμφιπολεύω, ἀναφυτέω, ἀντέχω, ἀλέγω, διαφυλάσσω, ἐνθυμέομαι, ἐγκαταρδεύω, ἀμφιέπω, ἀμορβεύω, ἐμπάζομαι
    419 bytes (17 words) - 06:59, 22 August 2017
  • ἐναποβλέπω, γυμνάζω, ἄγω, εἰσοράω, ἀθρέω, ἀφιστορέω, ἐνθεωρέω, ἀποθεωρέω, διαφυλάσσω, ἀποθιγγάνω, δέρκομαι, βλέπω, δοκεύω
    396 bytes (17 words) - 07:14, 22 August 2017
  • Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + τηρώ «βλέπω»]. (II) συντηρῶ, -έω, ΝΜΑ διατηρώ, διαφυλάσσω, προφυλάσσω (α. «χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να τά συντηρήσεις» β. «ἑαυτὸν
    2 KB (130 words) - 12:00, 9 January 2019
  • διασυντηρέω, διατηρέω, διευθύνω, διαστύφω, διαφυλάσσω, διασῴζω, ἀποσῴζω, διακρατέω, διακατέχω
    225 bytes (9 words) - 06:58, 22 August 2017
  • ἀφηλόω, ἀνακόπτω, ἀπαλλάσσω, ἀπολέγω, ἀφίστημι, ἀπέχω, διαφυλάσσω, ἁγνίζω
    187 bytes (8 words) - 06:43, 22 August 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. τηρώ έχει προέλθει από το αρχ. τηρῶ «προσέχω, φυλάγω, διαφυλάσσω», μέσω της σημ. «παρατηρώ προσεκτικά», από την οποία προήλθε και η σημ
    3 KB (255 words) - 12:10, 10 January 2019
  • att. c. διαφυλάσσω.
    59 bytes (3 words) - 19:51, 9 August 2017
  • διατηρέω, ἐνσῴζομαι, διαμένω, διαφυλάσσω, διασῴζω
    129 bytes (5 words) - 06:58, 22 August 2017
  • 2, σ. 325Β. ΝΑ 1. συλλέγω, μαζεύω κάτι από παντού 2. συγκεντρώνω και διαφυλάσσω πράγματα διεσπαρμένα ή εγκαταλελειμμένα που κινδυνεύουν να χαθούν νεοελλ
    735 bytes (59 words) - 12:16, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)