Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δικαίωμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • κοινόν, δικαίωμα δέ τό ἐπανόρθωμα τοῦ ἀδικηματος (cf. rhet. 1,13, 1and Cope's note on 1,3, 9)). (Cf. references in δικαιόω.) το (AM δικαίωμα) δικαιώ
    14 KB (1,361 words) - 13:25, 3 October 2019
  • θρησκευτική ελευθερία, το δικαίωμα κάποιου να ανήκει σε όποια θρησκεία ή δόγμα επιθυμεί 5. «ελευθερία λατρείας» — το δικαίωμα να ασκεί κανείς ελεύθερα τα
    5 KB (356 words) - 06:40, 29 September 2017
  • («ἐδειξε μεγάλη επιμέλεια στη διάρκεια της φετινής χρονιάς») νεοελλ. 1. δικαίωμα και υποχρέωση προσώπου να φροντίζει σύμφωνα με τους νόμους πρόσωπο ανίκανο
    1 KB (90 words) - 12:21, 15 February 2019
  • δικαιολογία για ό,τι ευθύνεται κανείς μσν.- νεοελλ. 1. απάντηση 2. το δικαίωμα ν' απολογηθεί κάποιος 3. αποπομπή, διώξιμο μσν. 1. άδεια για αποχώρηση
    567 bytes (45 words) - 06:21, 29 September 2017
  • ειδικότερα, τα όρια στα οποία περατούται ένα στερεό σώμα 2. (νομ.) εμπράγματο δικαίωμα του ρωμαϊκού δικαίου που παρέχει στον δικαιούχο την εξουσία να έχει οικοδομή
    4 KB (275 words) - 12:30, 15 February 2019
  • εκάστοτε αρμόδια αρχή 2. το έγγραφο με το οποίο χορηγείται αυτό το δικαίωμα 3. δικαίωμα απουσίας 4. κενός χώρος, ευρυχωρία, «άπλα» αρχ.-μσν. άνεση, ευκολία
    3 KB (238 words) - 13:05, 8 January 2019
  • παραχωρῶ, -έω, ΝΜΑ εκχωρώ, μεταβιβάζω σε άλλον πράγμα ή δικαίωμα μσν.-αρχ. αποσύρομαι προς τα πλάγια, κάνω τόπο για διευκόλυνση άλλων ή από σεβασμό μσν
    922 bytes (68 words) - 12:14, 29 September 2017
  • διαφορά, αντίπραξη, ένσταση, διαφωνία νεοελλ. 1. (νομ.) «δικαίωμα εναντιώσεως» — το δικαίωμα κάθε ενδιαφερομένου να προκαλεί τη ματαίωση της πραγματοποιήσεως
    1 KB (99 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ειδικές δαπάνες του προϋπολογισμού 3. «λαχειοφόρο δάνειο» — αυτό που παρέχει δικαίωμα συμμετοχής σε κλήρωση λαχείου 4. «αναγκαστικό δάνειο» — εκείνο που επιβάλλεται
    2 KB (128 words) - 07:02, 29 September 2017
  • δανειστή για εξασφάλιση του δανείου, κν. αμανάτι νεοελλ. (νομ.) εμπράγματο δικαίωμα που αποκτάται από τον δανειστή για να εξασφαλίσει την απαίτησή του πάνω
    1 KB (92 words) - 07:08, 29 September 2017
  • προγόνων μσν. 1. ωφέλεια, απόκτημα 2. ο θρησκευόμενος λαός, οι πιστοί 3. δικαίωμα κληρονομίας 4. κλήρος, μερίδιο γης 5. κτήμα μσν.-αρχ. 1. μερίδιο, συμμετοχή
    2 KB (118 words) - 07:24, 29 September 2017
  • η εκμετάλλευση τών προϊόντων της γης και το σχετικό δικαίωμα νεοελλ. (αστ. δίκ.) εμπράγματο δικαίωμα που παρέχει την εξουσία χρήσεως και καρπώσεως ξένου
    906 bytes (75 words) - 07:11, 29 September 2017
  • η / ὑποθήκη, ΝΜΑ ὑποτίθημι 1. δικαίωμα του δανειστή σε ακίνητα συνήθως περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, παραχωρούμενο ως εγγύηση εξοφλήσεως (α. «έβαλε
    2 KB (155 words) - 12:54, 29 September 2017
  • α) «δικαίωμα προτεραιότητας» i) το δικαίωμα που έχει κανείς λόγω ανώτερης θέσης την οποία κατέχει ή λόγω προηγούμενων ενεργειών του ii) το δικαίωμα οδηγού
    2 KB (153 words) - 12:24, 29 September 2017
  • η (AM κυριότης, -ητος) κύριος το δικαίωμα του να έχει κάποιος την αποκλειστικότητα ενός πράγματος, κατοχή, κυριαρχία («μίαν ἀρχήν... μίαν κυριότητα καταγγέλλων
    1,012 bytes (81 words) - 07:26, 29 September 2017
  • ατόμων που προσαρμόζονται καλύτερα για τους επιδιωκόμενους σκοπούς μσν. δικαίωμα επιλογής· Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    992 bytes (77 words) - 07:11, 29 September 2017
  • περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του (α. «αναγκαστική κατάσχεση» β. «συντηρητική κατάσχεση») μσν
    804 bytes (56 words) - 07:22, 29 September 2017
  • -η, -ο 1. αυτός που έχει την εξουσία, το δικαίωμα της απόλυτης εξουσίας και αυτοδιάθεσης, απόλυτος κύριος (α. «κυρίαρχος λαός» β. «κυρίαρχο κράτος» — κράτος
    992 bytes (75 words) - 11:10, 14 January 2019
  • πεποιθήσεων 7. φρ. α) «στη διάκριση κάποιου» — στην εξουσία κάποιου, στο δικαίωμα του να αποφασίσει β) «τιμητική διάκριση» — τιμητικό έπαθλο, τιμητικό βραβείο
    2 KB (151 words) - 07:03, 29 September 2017
  • αξίωμα, κύρος («το κόμμα του έχει μεγάλη δύναμη») 4. ισχύς αξιώματος, δικαίωμα («η δύναμη της κυβέρνησης») 5. εξουσία πάνω σε κάτι («μεγάλην έχει δύναμιν
    5 KB (342 words) - 06:28, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)