Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διόλου" on this wiki. See also the other search results found.

  • 20 (VI d.C.). Source: διόλου (AM διόλου και δι' ὅλου) επίρρ. μσν.- νεοελλ. 1. (με αρνητ. έννοια) καθόλου («δεν εργάζεται διόλου») 2. (επιτατ. συνηθ. με
    3 KB (305 words) - 18:48, 31 December 2018
  • επίρρ. εντελώς, καθ' ολοκληρίαν. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. ὅλως + επίρρ. διόλου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    269 bytes (18 words) - 12:08, 29 September 2017
  • (Μ οὐδόλως) επίρρ. καθόλου, διόλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὐδέ + επιρρ. ὅλως (πρβλ. μηδ-όλως)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    326 bytes (21 words) - 12:11, 29 September 2017
  • διαπαντός, ἐμμενής, διόλου, ἀείποτε, ἁπάντοτε, ἀεί, εἷς
    147 bytes (7 words) - 07:21, 22 August 2017
  • ΝΜΑ επίρρ. 1. εξ ολοκλήρου, ολωσδιόλου, παντελώς 2. (σε αρνητική πρόταση) διόλου, καθόλου αρχ. βεβαίως, αναμφιβόλως. [ΕΤΥΜΟΛ. < πάντα + πᾶσι(ν)]. Αναζήτηση
    513 bytes (31 words) - 12:13, 29 September 2017
  • πάμπτωχος: -ον, ὅλως διόλου πτωχός, (Ἰω. Γλυκ.) Ἑρμην. εἰς δημώδη ῥητὰ ἐν Σαθ. Μεσ. βιβλ. τ. Ε΄, σ. 554. και πάμφτωχος, -η, -ο (Μ πάμπτωχος, -ον) πάρα
    386 bytes (40 words) - 12:12, 29 September 2017
  • -η, -ο (Μ ἐνδότατος, -η, -ον) αυτός που βρίσκεται όλως διόλου στο εσωτερικό, ο εσώτατος («ἐνδοτάτη Ἀρμενία») νεοελλ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ενδότατα
    695 bytes (66 words) - 06:38, 29 September 2017
  • διόλου κατάνυται, Hsch.
    341 bytes (3 words) - 19:26, 8 February 2013
  • adv. nullement. Étymologie: οὐδαμός. οὐδαμά (Α) ουδαμός επίρρ. καθόλου, διόλου («οὐδαμὰ ἐν τὠυτῷ μένουσαν», Ηρόδ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (85 words) - 11:55, 26 February 2019
  • καθόλος, -ον (Μ) ολόκληρος. επίρρ... καθόλως (Μ) καθόλου, διόλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ὅλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    358 bytes (22 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἀλανής, ἐκτελής, διόλου
    72 bytes (3 words) - 07:15, 22 August 2017
  • 1 romperse λύριον IG l.c., (στέφανος) ID 385 a.23 (II a.C.), ἀπάγνυται· διόλου κατάγνυται Hsch. 2 romperse por una articulación Gal. en Orib.46.6.3.
    831 bytes (55 words) - 12:09, 21 August 2017
  • συνολικά («καθόλου εἰπεῑν») 2. (σε αρνητική πρότ. ή σε αρνητικές απαντήσεις) διόλου, ουδόλως, ουδαμώς (α. «απόψε δεν κοιμήθηκα καθόλου» β. «είσαι ευχαριστημένος;»
    14 KB (1,204 words) - 13:53, 3 October 2019
  • βλ. οσονούπω αρχ. (χρησιμοποιείται ως επιτ. αρνήσεως) με κανέναν τρόπο, διόλου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    511 bytes (47 words) - 12:11, 29 September 2017
  •    A = διόλου, Porph. Gaur.10.4. Α διόλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. φρ. «παρ' ὅλου» (πρβλ. καθ-όλου)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    652 bytes (25 words) - 12:14, 29 September 2017
  • μέρος τι, Id.R.392d ; so κατὰ ὅλου Id.Men.77a ; δι' ὅλου, καθ' ὅλου (v. διόλου, καθόλου) ; αἱ κράσεις δι' ὅλων Plu.2.1078c, cf. 1078d : in this signf.
    39 KB (4,120 words) - 14:05, 3 October 2019
  • κανόλου (Μ) επίρρ. (με άρνηση) διόλου, καθόλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κὰν + ὅλου, γεν. εν του ουδ. του ποσοδείκτη ὅλος, -η, -ον]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    389 bytes (28 words) - 07:21, 29 September 2017
  • βλ. οσονούπω αρχ. (χρησιμοποιείται ως επιτ. αρνήσεως) με κανέναν τρόπο, διόλου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    8 KB (920 words) - 14:15, 3 October 2019
  • Stoic.1.65; ἐν οἴνῳ καὶ μέθῃ διαβραχείς Porph. Chr.30. διαβρέχω: ὅλως διόλου βρέχω, ὑγραίνω “μουσκεύω”, τἀρτύματα Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 318· ἀπολ., Ἀριστ. Προβλ
    3 KB (257 words) - 19:40, 9 January 2019
  • 1, 983 er Kl. ἔμπροσθει oder διόλου, durchaus. ἐπιπρό: Ἐπίρρ., εἰς τὰ ἐμπρός, οὐ μὲν ἐπιπρὸ «εἰς τοὔμπροσθεν... ἢ διόλου» (Σχόλ.), Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 982
    1 KB (80 words) - 07:12, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)