Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δοτήρ" on this wiki. See also the other search results found.

  • δαπανημάτων δοτήρ pagador de gastos funcionario del imperio aqueménida προσόδων ἀποδεκτῆρες καὶ δαπανημάτων δοτῆρες X.Cyr.8.1.9. Source: δοτήρ δοτήρ και δωτήρ
    6 KB (519 words) - 11:35, 26 February 2019
  • subs. V. δοτήρ, ὁ. Look up giver on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    125 bytes (21 words) - 09:42, 21 July 2017
  • ου, ὁ, later form of δοτήρ, LXXPr.22.8, 2 Ep.Cor.9.7. [Seite 660] ὁ, = vor., LXX. δότης: -ου, ὁ, μεταγ. τύπος τοῦ δοτήρ, Ἑβδ. Β΄ Ἐπ. Κορ. θ΄, 7.
    3 KB (257 words) - 13:25, 3 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σω- του ρ. σῴζω (βλ. λ. σώζω) + επίθημα -τήρ / -τειρα (πρβλ. δοτήρ / δό-τειρα, θρεπ-τήρ / θρέπ-τειρα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (202 words) - 11:25, 14 January 2019
  • δώτωρ, δωρητήρ, δοτήρ, δωτήρ, δώτης, δωρητικός, δότης
    138 bytes (7 words) - 06:59, 22 August 2017
  • of δοτήρ, Hes.Op.356, Nic.Al.612. [Seite 660] ἡ, die Geberin; Hes. O. 354; Pind. frg. 228; sp. D., wie Man. 2, 447. δότειρα: ἡ, θηλ. τοῦ δοτήρ, Ἡσ
    2 KB (150 words) - 18:52, 31 December 2018
  • παρέχει όλβο, πλούτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβος «πλούτος, ευδαιμονία» + δοτήρ (< δίδωμι), πρβλ. πλουτο-δοτήρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    480 bytes (29 words) - 12:08, 29 September 2017
  • διανομεύς, δώτωρ, δωρητήρ, δοτήρ, δωρητικός
    114 bytes (5 words) - 06:52, 22 August 2017
  • δοτήρ, δωτήρ, δωρήτας
    66 bytes (3 words) - 07:02, 22 August 2017
  • αορ. του δίδωμι (πρβλ. έστρωσα - στρώνω). ΠΑΡ. δόσις, δώρον, δωρεά αρχ. δοτήρ, δοτός, δως. ΣΥΝΘ. αναδίδω (Α αναδίδωμι) αποδίδω (Α αποδίδωμι), διαδίδω (Α
    16 KB (1,185 words) - 11:15, 26 February 2019
  • παρέχει όλβο, πλούτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβος «πλούτος, ευδαιμονία» + δοτήρ (< δίδωμι), πρβλ. πλουτο-δοτήρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    966 bytes (42 words) - 12:08, 29 September 2017
  • 325 θεοί, δωτῆρες ἑάων; vgl. δοτήρ und δώτωρ. – Hesiod. Th. 46. 111. 633. 664 θεοί, δωτῆρες ἑάων. δωτήρ: ῆρος, ὁ, δοτήρ, δωτῆρες ἐάων, οἱ πάροχοι ἀγαθῶν
    3 KB (230 words) - 21:15, 9 January 2019
  • δοτήρ, εἴσφορος
    53 bytes (2 words) - 07:14, 22 August 2017
  • που δίνει ορθή διάνοια, ορθή σκέψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορθ(ο)- + δότειρα, θηλ. του δοτήρ (< δίδωμι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    517 bytes (34 words) - 12:10, 29 September 2017
  • Glotta 14, 70f.; δῶρον s. v. - (ἐκ-, ἐπι- etc.)δοτήρ giver (Il.), f. δότειρα (Hes.); δώτωρ id. (Od.); to δοτήρ : δώτωρ Schwyzer 381 and 530; Benveniste Noms
    111 KB (13,228 words) - 13:25, 3 October 2019
  • (Bacchus). Étymologie: ζῆλος, δοτήρ. ζηλοδοτήρ, -ῆρος, ό (Α) αυτός που διεγείρει τον ζήλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζήλος (Ι) + δοτήρ (< δίδωμι. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (96 words) - 23:25, 9 January 2019
  • ἐρωτο-δοτήρ,    A v. ἔκδ-. ἔσδοσις: ἡ, (= ἔκδοσις) Ἐπιγρ. Τεγέας, L. et F. 340e = Cau. 117: - ἐσδοτῆρες, οἱ, (= ἐκδοτῆρες, ἐκδόται) αὐτόθι.
    577 bytes (21 words) - 10:37, 5 August 2017
  • subs. V. δοτήρ, ὁ, or use P. and V. ὁ διδούς. Look up donor on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    160 bytes (28 words) - 09:39, 21 July 2017
  • ζωοδότειρα (Α) αυτός που δίνει, που παρέχει ζωή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζω(ο)-(Ι) + δοτήρ (< δίδωμι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (52 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ερμηνεύει φαινόμενα εμπνευσμένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ζηνός, γεν. του Ζευς, + δοτήρ (< δίδωμι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    438 bytes (29 words) - 07:16, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)