Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δοχμή" on this wiki. See also the other search results found.

  • σπιθαμή Ael.Dion.δ 30, Moer.δ 41, Poll.2.157, Hsch.δ 2283. Source: δοχμή δοχμή και δόχμη, η (Α) 1. διάστημα που μετριέται με το πλάτος του χεριού, σπιθαμή
    3 KB (284 words) - 13:50, 9 January 2019
  • c. δοχμή. δόχμη: oder δοχμή {dókhmē} Grammar: f. Meaning: Handbreit, Spanne (Kom.). Etymology : Eig. "die Quere", Substantivierung von δοχμός (s. d.)
    471 bytes (42 words) - 13:43, 2 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι- + δοχμή ή δόχμη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἀμφίδοχμος: -ον (δοχμή), τόσο μεγάλος
    2 KB (133 words) - 15:45, 9 January 2019
  • δοχμὴ: ἢ δόχμη, ἡ, (δέχομαι) τὸ διάστημα τὸ περιεχόμενον ἢ μετρούμενον διὰ τοῦ πλάτους τῆς χειρός, παλάμη, ὡς τὸ παλαστή, Κρατῖν. ἐν Ἀδήλ. 87, Ἀριστοφ
    668 bytes (59 words) - 09:50, 5 August 2017
  • τέταρτον), Κρατῖνος ἐν «Νόμοις» 9, Φιλήμων ἐν «Ἐφεδρίταις» 1, κλ.· ἴδε δοχμή. - Τὸν παλαιὸν καὶ γνήσιον τύπον παλαστὴ ἐγκρίνει ὁ Φρύνιχ. 295, Φώτ., καὶ
    7 KB (596 words) - 15:40, 2 October 2019
  • στον αρχ. ινδ. τύπο jihma- προήλθε από -d- με αφομοίωση. ΠΑΡ. αρχ. δοχμή και δόχμη, δόχμιος. ΣΥΝΘ. αρχ. δοχμόλοφος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    7 KB (668 words) - 13:35, 2 October 2019
  • Etymol. 1, 104. Verwandt ist wohl δέχομαι (δέκομαι), δεξιός, δάκτυλος, δοχμή; nämlich »zehn« ist die Zahl der Finger; diese aber erhielten ihren Namen
    29 KB (3,018 words) - 13:20, 3 October 2019
  • Πολιτ. 5. 3, 6· - μεταφορ., σπ. τοῦ βίου Διογενειαν. 8. 17, Ἡσύχ. - Πρβλ. δοχμή. ῆς (ἡ) : empan, mesure d’une demi-coudée ou de trois quarts de pied. Étymologie:
    6 KB (523 words) - 01:05, 10 January 2019
  • δακτυλοδόχμη, η (Α) μέτρο πλάτους τεσσάρων δακτύλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκτυλος + δόχμη ή δοχμή «σπιθαμή, παλάμη»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (53 words) - 06:26, 29 September 2017
  • δοχμής (= σπιθαμής), που μπορεί να χωρέσει στη φούχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι- + δοχμή ή δόχμη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    415 bytes (31 words) - 06:39, 29 September 2017
  • δοχμή
    30 bytes (1 word) - 06:41, 22 August 2017
  •    2 four fingers long, broad, etc., Hp.Art.7, PLond. 3.1177.236 (ii A.D.); δόχμη τὸ τ. Ael.Dion.Fr.136. [Seite 1097] vierfingerig, Sp. τετρᾰδάκτῠλος:
    2 KB (136 words) - 04:36, 1 January 2019
  • ἀρι-δείκετος, δεξαμενη watercollector (ptc. δεξαμένη with oppos. accent) - δόκιμος, δόχμη s. v.; δόκανα, δοκάνη s. δοκός. - Deverb. δοκέω (δοκεύω, δοκάζω), προσ-δοκάω
    102 KB (10,411 words) - 13:25, 3 October 2019
  • weit (Hp., Arist. u. a.). Etymology : Gehört zur selben Gruppe wie παλάμη, δόχμη, πυγμή (s. dd. m. Lit.) u. a.; zum θ-Suffix vgl. noch σπιθίαι· σανίδες νεώς
    727 bytes (84 words) - 15:55, 2 October 2019