Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δρέπανον" on this wiki. See also the other search results found.

  • obwohl Moeris letzteres für attisch erkl.; Homer einmal, Odyss. 18, 368 δρέπανον εὐκαμπές, zum Grasmähen; vgl. δρεπάνη ; – Hes. Th. 162; Her. 1, 125 u.
    7 KB (803 words) - 13:30, 3 October 2019
  • anteriores (cf. I 5 y 6), St.Byz.s.u. Δρεπάνη. 2 v. Δρέπανα. Source: Δρέπανον
    1 KB (181 words) - 12:26, 21 August 2017
  • subs. P. and V. δρέπανον, τό (Eur., Cycl. 394). Look up sickle on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    162 bytes (26 words) - 10:03, 21 July 2017
  • εἰς αὐτὸ τοῦτο, αὐτοῦ τούτου ἕνεκα. A sickle made for the purpose: P. δρέπανον ἐπὶ τοῦτο εἰργασθέν (Plat., Rep. 353A). For what purpose? P. τοῦ ἕνεκα;
    2 KB (218 words) - 09:50, 21 July 2017
  • subs. P. ἄγκιστρον, τό. Reaping-hook: P. and V. δρέπανον, τό (Eur., Cycl. 394). Look up hook on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    227 bytes (31 words) - 09:43, 21 July 2017
  • και δρέπανο και δραπάνι και δράπανο, το (AM δρεπάνη, η και δρέπανον και δράπανον, το Μ και δρεπάνι(ν), το και δρέπανος, ο) δρέπω κυρτό, θεριστικό, κοφτερό
    1 KB (93 words) - 07:05, 29 September 2017
  • and V. πέλεκυς, ὁ (Xen. also Ar.), ἀξίνη, ἡ (Xen.). Sickle: P. and V. δρέπανον, το. Account: see account. Measure, decree: P. and V. ψήφισμα, τό. Law:
    672 bytes (74 words) - 09:23, 21 July 2017
  • subs. reaping hook: P. and V. δρέπανον, τό (Eur., Cycl.). Look up reaping on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    107 bytes (27 words) - 16:27, 7 October 2019
  • διδακτήρ, βουκέντρον, ἄκαινα, βουπλήξ, ἅρπη, βουστάνη, δρέπανον, ἐγκεντρίς
    185 bytes (8 words) - 06:42, 22 August 2017
  • falx· σικελική λέξη αντί δρέπανον, σε Θουκ. Απ' όπου Ζάγκλη, αρχαίο όνομα της Μεσσήνης. ζάγκλον -ου, τό, Syr. voor δρέπανον, sikkel. Thuc. 6.4.5. ζάγκλον:
    3 KB (210 words) - 14:00, 9 January 2019
  • σπάνιον παρὰ πεζοῖς, Πλούτ. Κλεομ. 26. ― Πρβλ. δρέπανον. ης (ἡ) : la faux. Étymologie: cf. δρέπανον. and δρέπανον: sickle, Il. 18.551 and Od. 18.368. η
    3 KB (198 words) - 11:25, 26 February 2019
  • άδος, ἡ,    A = δρέπανον, Id.    II Πληγάδες, αἱ, = Συμπληγάδες, A.R.2.596,645. [Seite 631] ἡ, 1) = δρέπ ανον, Sichel, Hesych. – 2) αἱ Πληγάδες, = Συμπληγάδες
    1 KB (78 words) - 12:19, 29 September 2017
  • entangled. The scythe caught somewhere in the tackling of the ship: P. τὸ δρέπανον ἐνέσχετό που ἐν τοῖς τῆς νεὼς σκεύεσι (Plat., Lach. 183E). Catch at: P
    3 KB (344 words) - 11:00, 7 August 2017
  • subs. P. and V. δρέπανον, τό (Eur., Cycl. 394). Scythemaker: Ar. δρεπανουργός, ὁ. Look up scythe on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    165 bytes (30 words) - 10:01, 21 July 2017
  • οὕτως ἐδίκαζον» Ἡσύχ., Φώτ. (Ἐντεῦθεν κάρπιμος, καρπόω, καὶ ἴσως κρώπιον (δρέπανον)· πρβλ. Λατ. carp-o, carp-tor· Λιθ. kerpù (seco, meto)· Ἀγγλο-Σαξ. hearf-est
    4 KB (376 words) - 10:08, 5 August 2017
  • ἀγκαλίς, ἅρπη, ἀμητήριον, δρέπανον
    97 bytes (4 words) - 06:44, 22 August 2017
  • Fr.418, Nicostr.24, Ister 54(s. v. l.), Ph.5.147C., Plu.Rom.8.    II = δρέπανον, Maced. word, J.AJ5.1.2, Hsch. [Seite 14] ίδος, ἡ, 1) bei Hom. ἀγκάλη
    4 KB (344 words) - 15:20, 31 December 2018
  • Ael.NA2.47, Dionys.Av.1.4 (describing the Lämmergeier).    II sickle, = δρέπανον, Hes.Op.573, S.Fr.424; καλαμητόμος A.R.4.987: hence, the scimitar of Perseus
    9 KB (881 words) - 14:03, 2 October 2019
  • ἅρπη, δρεπανομάχαιρα, δρέπανον
    85 bytes (3 words) - 06:57, 22 August 2017
  • εὐκαμπής, -ές (ΑΜ) ο κεκαμμένος καλά, ο κατασκευασμένος με τέχνη («εὐκαμπὲς δρέπανον», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. εύκαμπτος, ευλύγιστος («εὐκαμπὴς φλοιός», Θεόφρ.) 2
    725 bytes (43 words) - 07:14, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)