Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δυσάλγητος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο δυσάλγητος: -ον (ἀλγέω), αναίσθητος, σκληρόκαρδος, ανάλγητος, σε Σοφ. δυσάλγητος: бесчувственный, жестокосердный Soph
    2 KB (204 words) - 10:30, 1 January 2021
  • δεινός, πικρός, σκληρός, σχέτλιος, τραχύς, Ar. and P. χαλεπός, V. ὠμόφρων, δυσάλγητος. merciless: P. ἀπαραίτητος, V. νηλής, δυσπαραίτητος, Ar. and V. ἄτεγκτος
    2 KB (113 words) - 19:33, 9 December 2020
  • δεινός, πικρός, σκληρός, σχέτλιος, τραχύς, Ar. and P. χαλεπός, V. ὠμόφρων, δυσάλγητος. beast-like: P. and V. θηριώδης (Eur., Orestes 524). savage looking: V
    1 KB (78 words) - 11:10, 10 December 2020
  • ἀκαρτέρητος, ἀνύποιστος, ἀτόλμητος, ἀνυπομόνητος, ἄτλητος, ἀφόρητος, δυσαχθής, δυσάλγητος, ἀβάστακτος, ἀστεργής, αἰνός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    816 bytes (45 words) - 07:09, 22 August 2017
  • ἀπαραίτητος, V. νηλής, δυσπαραίτητος, ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), δυσάλγητος, Ar. and V. ἄνοικτος, ἄτεγκτος; see cruel. ⇢ Look up "pitiless" on Perseus
    532 bytes (39 words) - 09:45, 10 December 2020
  • P. and V. σχέτλιος, ἀγνώμων, V. δυσάλγητος. pitiless: V. νηλής. blunted in feeling: P. and V. ἀμβλύς, ἀνάλγητος. make callous, v.: P. and V. ἀμβλύνειν
    682 bytes (57 words) - 19:10, 9 December 2020
  • ἄτεγκτος, ἄνοικτος, V. νηλής, ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), δυσπαραίτητος, δυσάλγητος. ⇢ Look up "inexorable" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    1 KB (78 words) - 08:44, 10 December 2020
  • P. and V. ἀγνώμων, πικρός, V. δυσάλγητος; see cruel. ⇢ Look up "unfeeling" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    273 bytes (26 words) - 15:30, 10 December 2020
  • αὐθάδης, σκληρός. pitiless: P. ἀπαραίτητος, V. νηλής, δυσπαραίτητος, δυσάλγητος, ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), P. and V. σχέτλιος, πικρός, Ar. and V
    2 KB (109 words) - 21:15, 9 December 2020
  • ἀπαραίτητος, V. νηλής, δυσπαραίτητος, ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), δυσάλγητος, Ar. and V. ἄτεγκτος, ἄνοικτος; see cruel. ⇢ Look up "merciless" on Perseus
    525 bytes (40 words) - 09:10, 10 December 2020
  • δυσμετάκλητος, ἀφραδής, δυσπαράθελκτος, ἀναισθής, ἀναλγής, ἀνάλγητος, ἀγνώμων, δυσάλγητος, ἀναίσθητος, ἄδηλος, ἄδεκτος, ἀπαθής, ἄτλας * Look up in: Google | Wiktionary
    1 KB (98 words) - 08:55, 10 December 2020
  • ἀπαραίτητος, V. δυσπαραίτητος, νηλής. ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), δυσάλγητος, Ar. and V. ἄνοικτος. ἄτεγκτος; see cruel. ⇢ Look up "relentless" on
    532 bytes (39 words) - 11:00, 10 December 2020
  • doloroso = βαρυκηδής, δυσώδινος, βαρυάλγητος, δυσαλγής, δυσφρόντιστος, δυσάλγητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on
    170 bytes (21 words) - 06:51, 22 August 2017
  • P. and V. ἀγνώμων, V. δυσάλγητος, σιδηρόφρων. ⇢ Look up "hard-hearted" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    265 bytes (25 words) - 21:04, 9 December 2020
  • ἀπαραίτητος, V. νηλής, δυσπαραίτητος, ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), δυσάλγητος, Ar. and V. ἄτεγκτος, ἄνοικτος; see cruel. ⇢ Look up "unmerciful" on
    533 bytes (39 words) - 15:30, 10 December 2020
  • V. σχέτλιος, σκληρός, πικρός, P. ἀπαραίτητος, V. δυσπαραίτητος, νηλής, δυσάλγητος, ἀνοικτίρμων (Soph., Fragment), Ar. and V. ἄνοικτος, ἄτεγκτος:see cruel
    531 bytes (38 words) - 11:00, 10 December 2020
  • con gran dolor = δυσάλγητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    40 bytes (17 words) - 06:58, 22 August 2017
  • P. and V. ἀγνώμων, V. δυσάλγητος; see harsh. hostile: P. and V. δυσμενής, δύσνους. ⇢ Look up "unsympathetic" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    341 bytes (31 words) - 15:30, 10 December 2020
  • σκληροκάρδιος, Σχόλ. Σοφ. Ο. Τ. 12. -ον inquebrantable, inconmovibleglos. a δυσάλγητος Sch.S.OT 12P.
    852 bytes (51 words) - 01:15, 30 December 2020
  • жестокосердный = δυσάλγητος, ὑπέρκοτος, σιδηρόφρων, σιδαρόφρων * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    121 bytes (40 words) - 10:27, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)