Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δᾳδώδης" on this wiki. See also the other search results found.

  • 2.5, Plu.2.651b •de árboles propio para teas Plu.2.648d. Source: δᾳδώδης δᾳδώδης, -ες (Α) δας (για φυτά ή ξύλα) αυτός που περιέχει ρετσίνι. Αναζήτηση
    1 KB (95 words) - 14:15, 4 January 2019
  • δᾴδινος, δᾳδώδης, ἔνδᾳδος
    78 bytes (3 words) - 06:54, 22 August 2017
  • δᾳδώδης
    35 bytes (1 word) - 06:45, 22 August 2017
  • ), δᾳδίς torch-feast (Luc.), δᾳδινος to the torch, of pine-wood (Gal.), δᾳδώδης resinous (Thphr., Plut.) to δᾳς fire-brand, disease in pines, resin-glut
    37 KB (3,544 words) - 14:28, 2 October 2019
  • δᾳδώδης, -ες (Α) δας (για φυτά ή ξύλα) αυτός που περιέχει ρετσίνι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    149 bytes (21 words) - 06:40, 29 September 2017
  • горючий = καυστικός, καύσιμος, δᾳδώδης, δανός, εὔφλεκτος, καυστός, καυτός, φλογιστός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    188 bytes (44 words) - 13:44, 14 October 2019
  • легко воспламеняющийся = δᾳδώδης, εὔφλεκτος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    64 bytes (39 words) - 15:50, 14 October 2019