Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "εἰν" on this wiki. See also the other search results found.

  • Od. 10.282, esp. εἰν Ἀίδᾶο. When ἐνί follows its case, it is written ἔνι (‘anastrophe’), Il. 9.53. ἐν. v. ἐν. Source: εἰν εἰν: Επικ. και Λυρικός
    3 KB (350 words) - 19:28, 31 December 2018
  • σκληρύνω, στομώνω («βάφω το σκεπάρνι», «ὡς δ' ὅτ' ἀνὴρ χαλκεύς πέλεκυν... εἰν ὕδατι ψυχρῷ βάπτῃ») 3. χρωματίζω, αλλάζω το χρώμα ή βυθίζοντας κάτι σε διαλυμένη
    4 KB (293 words) - 06:24, 29 September 2017
  •    A v. εἰμί. v. εἰμί, ἵν. Source: εἶν
    334 bytes (8 words) - 12:27, 21 August 2017
  • v. ἵν. Source: εἴν
    29 bytes (4 words) - 12:27, 21 August 2017
  • cf.Hes.Th.455:—εἰν' Αΐδαο δόμοισι in the nether world, Od.4.834; freq. εἰν, εἰς Αΐδαο (sc. δόμοις, δόμους), as Il.22.389, 21.48; εἰν Ἄϊδος Il 24.593;
    10 KB (979 words) - 10:05, 11 February 2019
  • βέβαμμαι Hdt.7.67, Ar.Pax1176.    I trans., dip, ὡς δ' ὅτ' ἀνὴρ χαλκεὺς πέλεκυν… εἰν ὕδατι ψυχρῷ βάπτῃ (so as to temper the red-hot steel) Od.9.392; β. εἰς ὕδωρ
    31 KB (3,071 words) - 13:23, 3 October 2019
  • «η Πεντέλη βρίσκεται προς τα ανατολικά τών Αθηνών β. «χθαμαλὴ πανυπερτάτη εἰν' ἁλὶ κεῑται πρὸς ζόφον [πρὸς Δυσμάς]», Ομ. Οδ.) 3. το πρόσωπο ή την αρχή στην
    16 KB (1,307 words) - 12:55, 15 February 2019
  • ονομάζεται και Ζεὺς καταχθόνιος, στο ίδ.· εἰν ή εἰς Ἀΐδαο (ενν. δόμοις, δόμους), στον Κάτω Κόσμο, σε Όμηρ.· εἰν Ἄϊδος, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐν Ἅιδου, ἐς Ἅιδου (ενν
    6 KB (720 words) - 13:00, 3 October 2019
  • v. ἵν. Source: εἵν
    29 bytes (4 words) - 12:00, 21 August 2017
  • poet. ἐνί, εἰν, εἰνί (Il.8.199, etc.), forms used by Ep. and Lyric Poets as the metre requires, but only as f.l. in Trag.,    A εἰν S.Ant. 1241; εἰνί E
    196 KB (24,906 words) - 13:40, 3 October 2019
  • σύγκριση με (α. «κοντά σ' αυτό που πάθαμε, αυτά που λες δεν είναι τίποτε» β. «τί είν' τα βάσανα της ζωής κοντά στον θάνατο;») 2. μαζί με κάποιον ή κάτι («πάγω
    2 KB (163 words) - 13:35, 8 January 2019
  • χ. Hld.5.1, cf. Ach.Tat.3.2.    II of Ithaca, αὐτὴ δὲ χθαμαλὴ πανυπερτάτη εἰν ἁλὶ κεῖται πρὸς ζόφον dub. sens. in Od.9.25, cf. 10.196, Str.10.2.12.    III
    8 KB (679 words) - 16:10, 2 October 2019
  • η (Μ κοπέλλα) 1. νεαρή γυναίκα, κορίτσι, κόρη («τίς ξέρ' αν είν' κι αγάπησε άλλην κοπέλα ξένη», Ερωτόκρ.) 2. υπηρέτρια, δούλα νεοελλ. φρ. «η κοπέλα μου»
    570 bytes (44 words) - 06:41, 29 September 2017
  • εἰν (Α) βλ. ἐν. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    61 bytes (13 words) - 07:06, 29 September 2017
  • αὖθι μένειν παρὰ νηυσὶν ἀ. Il.10.209, cf. 17.501; στῆθ' οὕτω ἀ. Od.6.218; ἀ. εἰν ἁλὶ κεῖται 7.244, cf. 9.188, 17.408, Thgn.595, S.Ichn.3.    2 c. gen., far
    4 KB (391 words) - 12:20, 9 January 2019
  • Ι. 457· ἄναξ ἀνέρων, Υ. 61, κτλ.: - εἰν, εἰς Ἀΐδαο, (ἐνν. δόμοις, δόμους), εἰς τὸν κάτω κόσμον, Ὅμ.· ὡσαύτων εἰν Ἄϊδος, Ἰλ. Ω. 593: - παρ’ Ἀττ. κωμ. καὶ
    8 KB (968 words) - 13:45, 2 October 2019
  • warlike hordes, always in pl., Ἀργεῖοι δ' ὑπέμειναν ἀολλέες Il.5.498; βάλλον δ' εἰν ἐλεοῖσιν ἀολλέα they put [the joints] all together on the dressers, Od.14
    7 KB (588 words) - 14:01, 2 October 2019
  • για την νιοστή ν√ 2. γένος, καταγωγή, ρίζα («κόρη μ', 'πο πού είν το γένος σου, 'πο πού είν' το ριζικό σου», δημ. τραγούδι) 3. (η γεν. ως επίρρ.) του ριζικού
    2 KB (136 words) - 12:26, 29 September 2017
  • prov., θεῶν ἀ. 'Babel', Suid., etc.    II place of assembly, τοὺς δ' εὗρ' εἰν ἀγορῇ Il.7.382; ἵνα σφ' ἀ. τε θέμις τε 11.807, cf.Od.6.266; pl., Od.8.16;
    37 KB (3,765 words) - 13:05, 3 October 2019
  • = οἱ, Corinn.36; cf. εἶν· ἀντωνυμία, ἐκεῖνος, Hsch. v. οὗ. Source: ἑΐν ἑΐν: Theocr. v. l. к ἴν II.
    419 bytes (19 words) - 19:28, 31 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)