Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "εὐαπάλλακτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο εὐαπάλλακτος: -ον, αυτός από τον οποίο εύκολα απαλλάσσεται κάποιος, σε Ξεν. εὐᾰπάλλακτος: 1) легко сбываемый с рук, сразу
    3 KB (219 words) - 22:35, 9 January 2019
  • εὐαπάλλακτος, -ον (Α) 1. αυτός από τον οποίο απαλλάσσεται ή ελευθερώνεται κάποιος εύκολα («τὸ πάθος γίνεται εὐαπαλλακτότερον», Αριστοτ.) 2. αυτός που διασκορπίζεται
    1 KB (78 words) - 07:13, 29 September 2017