Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "εὐπειθής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Folgsamkeit, Arist. Eth. 5 extr. u. Sp. Auch von Sachen, ὕλη εἰς ἅπαν εὐπειθής, Galen., leicht zu Allem zu brauchen; τροφή, leicht zu verdauen, Plut.
    8 KB (662 words) - 13:40, 3 October 2019
  • -ές (ΑΜ εὐπειθής, -ές, Α και εὐπιθής) αυτός που πείθεται, που υπακούει πρόθυμα, ο πειθήνιος, ο πειθαρχικός νεοελλ. (το υπερθ. στο τέλος αιτήσεως ή αναφοράς
    1 KB (100 words) - 07:14, 29 September 2017
  • adj. P. and V. πιθανός, V. εὐπειθής, πειστήριος; see also attractive. Look up persuasive on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    207 bytes (28 words) - 09:48, 21 July 2017
  • ἀπαιτεῖ εὐπῐθής, τὰ Ἀντίγραφα ἔχουσιν εὐπειθής, ἴδε ἐν λέξει. ής, ές : c. εὐπειθής. εὐπιθής, -ές (Α) βλ. εὐπειθής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (178 words) - 11:25, 26 February 2019
  • adj. P. and V. εὐπειθής (Plat.), κατήκοος (Plat.), V. εὔαρκτος, εὐπιθής, πείθαρχος, φιλήνιος; see docile. Look up obedient on Perseus Dictionaries | Perseus
    280 bytes (32 words) - 09:47, 21 July 2017
  • P. and V. τερπνός, ἡδύς; see delightful. persuasive: P. and V. πιθανός, εὐπειθής, πειστήριος. Look up winning on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    756 bytes (66 words) - 10:09, 21 July 2017
  • και υπάκουγος, -η, -ο, Ν υπακούω αυτός που υπακούει, ευπειθής («υπάκουο παιδί»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    174 bytes (21 words) - 12:47, 29 September 2017
  • adj. P. εὐάγωγος, εὐμαθής, εὐήνιος, χειροήθης. Obedient: P. and V. εὐπειθής (Plat.), κατήκοος (Plat.), V. εὔαρκτος, εὐπιθής, πείθαρχος, φιλήνιος; see gentle
    400 bytes (38 words) - 09:36, 21 July 2017
  • subs. See narration. adj. Convincing: P. and V. πιθανός, P. ἀναγκαῖος, V. εὐπειθής, πειστήριος. Look up telling on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    338 bytes (64 words) - 12:10, 10 January 2019
  • persons or arguments: P. and V. πιθανός. Of arguments: P. ἀναγκαῖος, V. εὐπειθής, πειστήριος. Look up convincing on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    252 bytes (33 words) - 09:25, 21 July 2017
  • εὐαγωγός, εὐμαθής, εὐήνιος, V. εὔαρκτος, φιλήνιος. Obedient: P. and V. εὐπειθής (Plat.), κατήκοος (Plat.), V. εὐπιθής, πείθαρχος. Tame: P. and V. τιθασός
    496 bytes (48 words) - 11:01, 7 August 2017
  • adj. Obedient: P. and V. εὐπειθής (Plat.), κατήκοος (Plat.), V. εὐπιθής, πείθαρχος. Obliging: P. and V. εὐχερής. Look up compliant on Perseus Dictionaries
    308 bytes (34 words) - 09:25, 21 July 2017
  • η (ΑΜ εὐπείθεια, Α και ιων. τ. εὐπειθείη) ευπειθής πρόθυμη υπακοή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    152 bytes (20 words) - 07:15, 29 September 2017
  • 4. πειθήνιος: -ον, (ἀρχὴ) ὁ εἰς τὰς ἡνίας εὐπειθής, ἐπὶ ἵππου, Πλούτ. 2. 592Β· καθόλου ὑπήκοος, εὐπειθής, αὐτόθι 90Β, κτλ.· τὸ πειθήνιον, εὐπείθεια,
    4 KB (329 words) - 12:35, 9 January 2019
  • III, 411 c; Pferde, καὶ μαχητικοί, V, 467 e; Xen. Hipp. 10, 17. Ggstz von εὐπειθής, Mem. 4, 2, 25 u. öfter; von βλάξ, Hipp. 9, 1; καὶ εὔτολμος Hdn. 8, 1,
    6 KB (418 words) - 21:10, 20 August 2019
  • ) ευκολοπίστευτος, εύκολα πιστευόμενος 2. αυτός που υπακούει πρόθυμα, ο ευπειθής. επίρρ... ευπίστως και εύπιστα (Α εὐπίστως) με εύπιστο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ
    935 bytes (62 words) - 06:35, 29 September 2017
  • father of the suitor Antinous, slain by Laertes, Od. 24.523.
    99 bytes (11 words) - 15:28, 15 August 2017
  • εὐήνιος, V. εὔαρκτος; see docile. Amenable to, obedient to: P. and V. εὐπειθής (dat.). Liable: P. and V. ὑπεύθυνος, P. ὑπόδικος, ὑπαίτιος, ἔνοχος. Be
    507 bytes (52 words) - 09:19, 21 July 2017
  • σεβασμό μία επιταγή και συμμορφώνομαι προς αυτήν νεοελλ. 1. είμαι υπάκουος, ευπειθής 2. (κατ' επέκτ.) διέπομαι («το φαινόμενο υπακούει στον νόμο της βαρύτητας»)
    3 KB (218 words) - 12:40, 29 September 2017
  • ΝΑ πείθαρχος υπακούω στις αρχές, στους νόμους και στους κανόνες, είμαι ευπειθής, τηρώ την πειθαρχία (α. «οι στρατιώτες συνηθίζουν σιγά σιγά να πειθαρχούν»
    609 bytes (48 words) - 12:15, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)