Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "εὐτέλεια" on this wiki. See also the other search results found.

  • to an economical standard, Thuc. [from εὐτελής εὐτέλεια = cheapness, economy ⇢ Look up "εὐτέλεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation
    7 KB (563 words) - 08:35, 8 July 2020
  • η (ΑΜ εὐτέλεια, Α και ιων. τ. εὐτελίη) ευτελής 1. το να είναι κάτι φθηνό, η φθήνια, η χαμηλή τιμή 2. χυδαιότητα, προστυχιά, ποταπότητα, μικροπρέπεια, μικρότητα
    1 KB (87 words) - 06:33, 29 September 2017
  • οἰκονομική, ἡ. frugality: Ar. and P. φειδωλία, ἡ. cheapness: Ar. and P. εὐτέλεια, ἡ. retrenching generally with a view to economy: P. τὰ ἄλλα συστελλόμενοι
    782 bytes (73 words) - 08:52, 20 May 2020
  • Ion. πολυτελ-είη, ἡ,    A great expense, extravagance, opp. εὐτέλεια, Hdt.2.87, Th.6.12; τρυφὴ καὶ π. X.Mem.1.6.10; π. τῶν βίων Plb.13.1.1, cf. 9.10.5
    5 KB (381 words) - 12:10, 8 July 2020
  • αθυμία 2. ηθικός ξεπεσμός, αναξιοπρέπεια, χαμέρπεια, δουλικότητα χαρακτήρα, ευτέλεια 3. φρ. «κατάπτωση του εδάφους» α) η απότομη μεταβολή της κλίσης του εδάφους
    1 KB (76 words) - 06:38, 29 September 2017
  • η, Ν πρόστυχος 1. χυδαιότητα, ευτέλεια, χαμέρπεια 2. πρόστυχη πράξη («δεν μπορώ να ανεχθώ τις προστυχιές»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    254 bytes (25 words) - 12:23, 29 September 2017
  • η η ιδιότητα του μηδαμινού, αναξιότητα, παντελής απαξία, ευτέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηδαμινός. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στον Θ. Παπάζογλου]. Αναζήτηση σε:
    366 bytes (29 words) - 07:27, 29 September 2017
  • Ar. and P. εὐτέλεια, ἡ. worthlessness: P. and V. φαυλότης, ἡ. ⇢ Look up "cheapness" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    252 bytes (28 words) - 09:11, 20 May 2020
  • φτωχός, ταπεινός 2. αναξιόπιστος αρχ. 1. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐτελές η ευτέλεια 2. απλός, ευχερής, εύκολος 3. (για στίχους, φράσεις, λέξεις) ασήμαντος
    2 KB (147 words) - 06:34, 29 September 2017
  • жалеть для мертвецов; φ. τις ἐγίγνετο Thuc. решено было щадить свои силы; εὐτέλεια καὶ φ. Plut. умеренность и бережливость; ὀλίγην ποιεῖσθαι φειδώ τινος Sext
    6 KB (472 words) - 13:05, 8 July 2020
  • η, Ν η ιδιότητα του ποταπού, ευτέλεια, μηδαμινότητα, προστυχιά («ποταπότητα συμπεριφοράς»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ποταπός. Η λ., στον λόγιο τ. ποταπότης, μαρτυρείται
    504 bytes (39 words) - 12:05, 29 September 2017
  • εὐτελίη: ион. = εὐτέλεια.
    75 bytes (3 words) - 21:16, 31 December 2018
  • Hsch. s.v. εὐτέλεια. [Seite 555] ἡ, = πενία, S. Emp. adv. rhett. πενιχρότης: -ητος, ἡ, = πενία, Σέξτ. Ἐμπ π. Μ. 2. 103, Ἡσύχ. ἐν λέξει εὐτέλεια. πενιχρότης:
    870 bytes (40 words) - 06:12, 31 December 2018
  • -ητος, ΝΜΑ φαῡλος κακοήθεια, αχρειότητα, αθλιότητα αρχ. 1. κακή ποιότητα, ευτέλεια, μηδαμινότητα («τῇ δὲ φαυλότητι τῆς στολῆς ἠχθέσθη», Πλάτ.) 2. έλλειψη
    893 bytes (66 words) - 12:56, 29 September 2017
  • ζῆν, wegen Dürftigkeit Isocr. 4, 146. φαυλότης: -ητος, ἡ, μηδαμινότης, εὐτέλεια πενιχρότης, «προστυχιά», κακία, ἐπὶ προσώπων καὶ πραγμάτων, Πλάτ. Νόμ.
    6 KB (488 words) - 12:50, 8 July 2020
  • daily wants, X.Hier.4.9:—Pass., εἰ . . ἐς εὐτέλειάν τι ξυντέτμηται (v. εὐτέλεια 11) Th.8.86; συντμηθῆναι τὴν σύνταξιν that my allowance has been cut down
    17 KB (1,509 words) - 14:40, 14 July 2020
  • economy: Ar. and P. εὐτέλεια, ἡ. frugality: Ar. and P. φειδωλία, ἡ. to make some retrenchment in government expenses: P. τῶν κατὰ τὴν πόλιν τι εἰς εὐτέλειαν
    465 bytes (48 words) - 08:55, 20 May 2020
  • 22· τ. τῆς χώρας Διόδ. 1. 31. 2) ἐπὶ καταστάσεως, ταπεινὴ κατάστασις, εὐτέλεια, Θουκ. 7. 75· εἰς τοσαύτην τ. καθιστάναι Ἰσοκρ. 65Β. 3) κατάπτωσις τῆς
    4 KB (315 words) - 19:55, 7 July 2020
  • ἀναξιότης) ἀνάξιος το να είναι κάποιος ανάξιος, δίχως αξία, η μηδαμινότητα, η ευτέλεια νεοελλ. 1. ανικανότητα, αδεξιότητα 2. ακαταλληλότητα, ανεπάρκεια 3. (ειδικότερα
    717 bytes (52 words) - 06:20, 29 September 2017
  • besnijden voor de hygiëne Hdt. 2.37.2. aantrekkelijkheid, charme:. ἡ δ ’ εὐτέλεια τὴν καθαριότητα... ἡδίονα πολυτελοῦς εἶχε de eenvoud (van de maaltijd)
    898 bytes (83 words) - 06:40, 1 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)