Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ζυγία" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἡ, Bergrüster, Theophr. ζυγία: ἡ, εἶδος πτελέας, Carpinus betulus, Θεόφρ. Ι, Φ. 3. 3, 1., 5.3, 3, Πλίν. 16. 26. η (Α ζυγία) βοτ. είδος πτελέας, φτελιάς
    2 KB (133 words) - 14:50, 2 October 2019
  • ζύγιν», Ερωτόκρ.) 2. στον πληθ. τα ζύγια τα σταθμά, διάφορα μέτρα βάρους («ζύγια βενέτικα», «ζύγια πολίτικα», «ζύγια εγγλέζικα» — μέτρα βάρους με βασική
    3 KB (217 words) - 06:35, 29 September 2017
  • η 1. (για πρόσ.) ζεύγος, ζευγάρι 2. ζεύγος μουσικών οργάνων ή ζεύγος παικτών μουσικών οργάνων, π.χ., βιολιού και λαγούτου («στο γάμο του είχε πέντε ζυγιές
    636 bytes (47 words) - 07:16, 29 September 2017
  • η, ον,    A of the tree ζυγία, Thphr. HP5.3.3. [Seite 1140] von der Bergrüfter, Theophr. ζύγινος: -η, -ον, κατεσκευασμένος ἐκ τοῦ δένδρου ζυγίας, Θεοφρ
    897 bytes (51 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Ἀφροδίτη, = ζυγία, Phot. a. a. O. ζυγῖτις: -ιδος, = ζυγία, Ἀφροδίτη Νικόμ. Γερασ. ἐν τῇ Φων. Βιβλ. 144. 6. ζυγῑτις, ἡ (Α) (αντί του ζυγία, θηλ. του επιθ
    1 KB (72 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Pers. 540. ἡ, Α ορθός συνδυασμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγιής + -ζυγία (< -ζυγος < ζυγός), πρβλ. ομο-ζυγία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (44 words) - 12:53, 29 September 2017
  • τα τα ζύγια, τα σταθμά. επίρρ... ζυγά ζυγά ζευγαρωτά, δυο δυο, κατά ζεύγη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    196 bytes (22 words) - 07:16, 29 September 2017
  • full weight, νομίσματα Stud.Pal.20.121.18 (v A.D.). [Seite 1140] ον (auch ζυγία, von der Hexe, der Beschützerinn der Ehen, Mus. 275; Anton. Thall. (VII,
    6 KB (552 words) - 11:25, 26 February 2019
  • Δία A.Eu.28; τελέων τελειότατον κράτος, Ζεῦ Id.Supp.526 (lyr.); of Hera ζυγία, the presiding goddess of marriage (v. supr. 1.2 b, τέλος 1.6), Pi.N.10.18
    51 KB (4,662 words) - 14:35, 3 October 2019
  • ἡ, Α ορθός συνδυασμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγιής + -ζυγία (< -ζυγος < ζυγός), πρβλ. ομο-ζυγία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    388 bytes (21 words) - 12:51, 29 September 2017
  • ζυγῑτις, ἡ (Α) (αντί του ζυγία, θηλ. του επιθ. ζύγιος) (για θεότητες, κυρίως την Ήρα και την Αφροδίτη) αυτή που προστατεύει τον γάμο. [ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. του
    416 bytes (40 words) - 07:16, 29 September 2017
  • «περιττός (για αριθμούς)», sa-yuj- «σύντροφος» κ.ά. ΠΑΡ. ζύγαινα, ζυγηδόν, ζυγία, ζυγίς, ζυγώ, -έω αρχ. ζυγάδην, ζύγαστρον, ζυγικός, ζύγιμος, ζύγιος, ζυγίσκον
    12 KB (1,061 words) - 13:45, 3 October 2019
  • γαύρος (ΙΙ)]. (II) ο δέντρο της τάξης των Κυπελλοφόρων, αγριοτσουκνίδα, ζυγία η δίξιφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γράβος, με μετάθεση του -ρ-. Η λ. γράβος έχει υποτεθεί
    1 KB (82 words) - 12:47, 8 January 2019
  • ζυγῖτις Hera as goddess of marriage (Nicom. ap. Phot.; Redard 209). 7. ζυγία maple (Thphr.) prop. "yoke-wood" (s. Strömberg Theophrastea 114), because
    35 KB (3,522 words) - 13:55, 2 October 2019
  • Cato r. r. 10 u. 145. – II) aktiv, zusammenfügend, Iuno Iuga (griech. Ἥρα Ζυγία), Juno als Stifterin der Ehe, Paul. ex Fest. 104, 13: andere Form Iuno Iugis
    577 bytes (95 words) - 09:27, 15 August 2017
  • αποτυπωμένη επάνω τους την ένδειξη του ονομαστικού τους βάρους, βαρίδια, ζύγια νεοελλ. φρ. «έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά» — δεν είναι σταθερός στην κρίση
    1 KB (108 words) - 12:45, 14 January 2019
  • kleine Wage, Sp. ζύγιον: τό, μεταγεν. τύπος ἀντὶ τοῦ ζυγὸν (ΙΙΙ. 3), ὑπὸ τὰ ζύγια Καλλίξ. παρ’ Ἀθην, 204Β. το ζυγόν βλ. ζύγι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    852 bytes (51 words) - 06:35, 29 September 2017
  • браков и охранительница семейных устоев она именуется также Τελεία, Γαμηλία, Ζυγία и Εἰλείθυια: νὴ τὴν Ἣραν! Xen. клянусь Герой! (обычная клятва у аттических
    1 KB (93 words) - 21:36, 31 December 2018
  • ἡνωμένος, χάριτες Εὐρ. Ἱππ. 1147. ΙΙ. ἐνεργ., ὁ συζευγνύων, συνάπτων, ὡς τὸ ζυγία, ἐπίθ. τῆς Ἥρας ὡς προστάτιδος τοῦ γάμου, Στοβ. Ἐκλ. 2. 54, πρβλ. Πολυδ.
    2 KB (163 words) - 01:22, 10 January 2019
  • και καλοζυγίζω 1. ζυγίζω κάτι καλά και με ακρίβεια 2. είμαι ακριβής στα ζύγια μου 3. μτφ. σταθμίζω κάτι στον νου μου με ακρίβεια, υπολογίζω κάτι σωστά
    418 bytes (40 words) - 07:21, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)