Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ζωγράφημα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Gemälde, Plat. Crat. 430 e u. öfter; Sp. ζωγράφημα: τό, ζωγραφία, Πλάτ. Φιλήβ. 39D, Κρατ. 430Β, κἑξ. το (Α ζωγράφημα) ζωγραφώ το αποτέλεσμα του ζωγραφώ),
    1 KB (74 words) - 06:48, 1 January 2019
  • painting: P. ζωγραφία, ἡ, γραφική, ἡ, P. and V. γραφή, ἡ. Picture: P. ζωγράφημα, τό, P. and V. γραφή, ἡ, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Look up painting on
    359 bytes (45 words) - 09:48, 21 July 2017
  • subs. P. ζωγράφημα, τό, P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Met., representation: P. and V. μίμημα, τό, εἰκών, ἡ. Account, description:
    689 bytes (80 words) - 09:48, 21 July 2017
  • subs. Picture: P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, P. ζωγράφημα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Account, description: P. and V. λόγος, ὁ. Outline: P. and V.
    599 bytes (62 words) - 10:02, 21 July 2017
  • τό, f. L. für ζωγράφημα, Schol. Soph. Ai. 615. το ζωγραφίζω 1. η πράξη του ζωγραφίζω, η ζωγράφιση 2. έργο ζωγραφικής, εικόνα, ζωγράφημα. Αναζήτηση σε:
    372 bytes (34 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Place: P. and V. τόπος, ὁ. Painting: P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, P. ζωγράφημα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. In a theatre: P. σκηνή, ἡ. Night fell upon
    850 bytes (104 words) - 10:01, 21 July 2017
  • overwrought, elaborate, ὀδμή (perfume) Hp.Praec.10; φορήματα Ar.Fr. 321; ζωγράφημα Plu.2.64a; τὸ τῆς κόμης π. Luc.Nigr.13; esp. of language or style, ὀνόματα
    19 KB (1,605 words) - 14:20, 3 October 2019
  • ἀπαλείφω, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «σβύνω», ἐξαλειφθεῖσ’ ὡς ἄγαλμα, ἐξαλειφθεῖσα ὡς ζωγράφημα, Εὐρ. Ἑλ. 262· πάντα τὰ πρόσθεν ἐξαλείψας, ὡς ἐξαλείφει παῖς ἐκ τοῦ πίνακος
    22 KB (2,052 words) - 13:31, 3 October 2019
  • картина = ὄψις, ζῷον, ζῶον, ζωγράφημα, ἄγαλμα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    106 bytes (41 words) - 09:19, 15 October 2019
  • рисунок = διαγραφή, ζῷον, ζῶον, ζωγράφημα, γραφή, διάγραμμα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    134 bytes (42 words) - 05:30, 14 October 2019
  • schildering = γράμμα, γραφή, ζωγράφημα, ζῷον Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site |
    91 bytes (35 words) - 12:00, 10 January 2019