Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ζωγράφημα" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο ζωγράφημα: ατος (ρᾰ) τό картина или рисунок Plat., Arst., Plut. ζωγράφημα -ατος, τό [ζωγραφέω] schildering. ζωγράφημα = painting, picture
    1 KB (112 words) - 09:45, 30 December 2020
  • painting: P. ζωγραφία, ἡ, γραφική, ἡ, P. and V. γραφή, ἡ. picture: P. ζωγράφημα, τό, P. and V. γραφή, ἡ, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. ⇢ Look up "painting"
    457 bytes (44 words) - 09:35, 10 December 2020
  • picture: P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, P. ζωγράφημα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. account, description: P. and V. λόγος, ὁ. outline: P. and V. σκιαγραφία
    693 bytes (59 words) - 11:25, 10 December 2020
  • τό, f. L. für ζωγράφημα, Schol. Soph. Ai. 615. το ζωγραφίζω 1. η πράξη του ζωγραφίζω, η ζωγράφιση 2. έργο ζωγραφικής, εικόνα, ζωγράφημα. * Αναζήτηση
    372 bytes (34 words) - 07:16, 29 September 2017
  • P. ζωγράφημα, τό, P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Met., representation: P. and V. μίμημα, τό, εἰκών, ἡ. account, description:
    853 bytes (77 words) - 09:50, 10 December 2020
  • place: P. and V. τόπος, ὁ. painting: P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, P. ζωγράφημα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. in a theatre: P. σκηνή, ἡ. night fell upon
    965 bytes (103 words) - 11:19, 10 December 2020
  • overwrought, elaborate, ὀδμή (perfume) Hp.Praec.10; φορήματα Ar.Fr. 321; ζωγράφημα Plu.2.64a; τὸ τῆς κόμης π. Luc.Nigr.13; esp. of language or style, ὀνόματα
    19 KB (1,644 words) - 15:44, 1 January 2021
  • ἀπαλείφω, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «σβύνω», ἐξαλειφθεῖσ’ ὡς ἄγαλμα, ἐξαλειφθεῖσα ὡς ζωγράφημα, Εὐρ. Ἑλ. 262· πάντα τὰ πρόσθεν ἐξαλείψας, ὡς ἐξαλείφει παῖς ἐκ τοῦ πίνακος
    22 KB (2,108 words) - 08:40, 1 January 2021
  • картина = ὄψις, ζῷον, ζῶον, ζωγράφημα, ἄγαλμα * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    106 bytes (41 words) - 09:19, 15 October 2019
  • schildering = γράμμα, γραφή, ζωγράφημα, ζῷον * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site
    91 bytes (35 words) - 12:00, 10 January 2019
  • рисунок = διαγραφή, ζῷον, ζῶον, ζωγράφημα, γραφή, διάγραμμα * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    134 bytes (42 words) - 05:30, 14 October 2019